ΤΑΞΙΚΑ ΕΝΕΡΓΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ

ΤΑΞΙΚΑ ΕΝΕΡΓΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΜΕ ΟΡΑΜΑ ΤΗΝ ΛΑΪΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ
"AMAT VICTORIA CURAM"="H ΝΙΚΗ ΑΠΑΙΤΕΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ"
για επικοινωνία και για τις αναρτήσεις,
τις σκέψεις και τις γνώμες σας,στο: predatorus_preda@easy.com

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

ΓΙΑ ΤΙΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ


της Νίνα Αντρέγιεβα








Σε όλες τις χώρες του κόσμου, οι φίλοι αλλά και οι εχθροί του σοσιαλισμού ρωτούν: γιατί και πώς συνέβη η μια από τις υπερδυνάμεις μέσα σε ελάχιστο χρόνο να διαλυθεί και να μετατραπεί σε ημιαποικία του σύγχρονου ιμπεριαλισμού; Ποιά είναι σήμερα η τύχη του ίδιου του σοσιαλισμού; Αυτά τα σημαντικά ερωτήματα απαιτούν καθαρές, σταράτες και μονοσήμαντες απαντήσεις.

Υπάρχουν δύο απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα:

Η πρώτη προϋποθέτει την αντίληψη ότι ο σοσιαλισμός είναι δήθεν αδύνατο να χτιστεί ή να επικρατήσει ιστορικά. Αργά ή γρήγορα ήταν ήδη καταδικασμένος στην ήττα. Αυτή η άποψη προωθείται δυναμικά στη συνείδηση των μαζών από τα ιδεολογικά κέντρα του ιμπεριαλισμού και της αντίδρασης. Στην ουσία πρόκειται για μοιρολατρική αντίληψη που θεωρεί την καταστροφή του σοσιαλισμού μοιραία, αναπόφευκτη και προκαθορισμένη. Οι κομμουνιστές συγκρούονται με αυτές τις απόψεις από τον καιρό του Μαρξ και του Ενγκελς ακόμη. Αυτή η αντίληψη είναι λανθασμένη τόσο από θεωρητική όσο και από πρακτική πλευρά. Την ιστορία την έκαναν οι άνθρωποι. Ο σοσιαλισμός είναι η δημιουργία των μαζών. Η επιτυχία ή η αποτυχία αυτής της δημιουργίας εξαρτάται από το επίπεδο καθοδήγησης των μαζών από τα κομμουνιστικά κόμματα των σοσιαλιστικών χωρών.

Το γεγονός ότι ο ιμπεριαλισμός δεν κατόρθωσε να εξαφανίσει ολόκληρο το σύστημα των σοσιαλιστικών χωρών, δείχνει ότι η καταστροφή του σοσιαλισμού δεν είναι μοιραία και αναπόφευκτη. Η Κίνα, η Βόρεια Κορέα, το Βιετνάμ ή η Κούβα παρέμειναν στις σοσιαλιστικές θέσεις. Συνεχίζουν τη σοσιαλιστική οικοδόμηση ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των χωρών τους ή υπολογίζοντας τη σύγχρονη πολιτική κατάσταση στον κόσμο.

Η δεύτερη εξήγηση της νίκης της αστικής αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ καταλήγει στην προδοσία των Γκορμπατσόφ, Γιάκοφλεφ, Σεβαρτνάτζε, Μεντβέντιεφ κλπ. που μπόρεσαν να οργανώσουν μέσα στην ΚΕ του ΚΚΣΕ το επιτελείο της αντεπανάστασης. Αυτή η άποψη είναι βολονταριστική και υποκειμενική. Ολόκληρη η πολύπλοκη διαδικασία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης αντιμετωπίζεται σαν έργο κάποιων προσωπικοτήτων. Με αυτόν τον τρόπο δεν απαντά στο ερώτημα, πότε, με ποιόν τρόπο και σε ποιές συνθήκες εμφανίσθηκαν και αναρριχήθηκαν στα υψηλότερα κλιμάκια της εξουσίας οι επίορκοι που, ενάντια στη θέληση 19 εκατομμυρίων σοβιετικών κομμουνιστών ή 250 εκατομμυρίων σοβιετικών ανθρώπων, συνετέλεσαν στην τερατώδη προδοσία, όμοια της οποίας δεν γνώρισε η ανθρώπινη ιστορία.

Στη περιοχή της ΕΣΣΔ διάφορα κομμουνιστικά κόμματα απαντούν με διαφορετικό τρόπο σε αυτά τα ερωτήματα, ανάλογα με τις ιδεολογικές και πολιτικές τοποθετήσεις τους.

Επιτρέψτε μου να προσπαθήσω να απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα με βάση τις θέσεις του ΠΚΚ(μπ). Κατ΄ αρχήν δεν είμαστε σύμφωνοι ούτε με τη μοιρολατρική ούτε με τη βολονταριστική άποψη για την ήττα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Τα αίτια είναι βαθύτερα και αφορούν την οικονομία, την πολιτική και την ιδεολογία. Εμφανίστηκαν και διαμορφώθηκαν πολύ πριν έρθει στην εξουσία ο Γκορμπατσόφ, όταν δημιουργήθηκαν οι ιστορικές συνθήκες για την εμφάνισή τους στα τέλη της δεκαετίας του ΄50.

Οι παραμορφώσεις του σοσιαλισμού άρχισαν πρώτα στη σφαίρα της οικονομίας. Στο σοσιαλισμό, σε συνθήκες σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας και κρατικού σχεδιασμού, η οικονομία διαπλέκεται πολύ στενά με την πολιτική, η οποία αποτελεί και τη συμπυκνωμένη της έκφραση. Συγκεκριμένα, η καθ΄ εαυτή δημοκρατική πολιτική στηρίζεται στην παλλαϊκή ιδιοκτησία. Οι θεμελιωτές του μαρξισμού - λενινισμού συχνά υπενθύμιζαν ότι η πραγματική δημοκρατία ξεκινά από τη λύση του ζητήματος της ιδιοκτησίας των εργαλείων και των μέσων παραγωγής.

Η παλλαϊκή ιδιοκτησία, σε αντίθεση με όλες τις μορφές ατομικής ιδιοκτησίας, είναι η πιο δημοκρατική και αναιρεί τη δυνατότητα εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο που είναι και η πιο βαριά κοινωνική ανισότητα. Ο κεντρικός σχεδιασμός της λαϊκής οικονομίας είναι αλληλένδετος με την παλλαϊκή ιδιοκτησία και αποτελεί το «κλειδί» της δημοκρατικής ανάπτυξης της κοινωνίας. Ο κεντρικός σχεδιασμός δίνει τη δυνατότητα υπολογισμού των αναγκών των κοινωνικών στρωμάτων, αναπτύσσει αυτές τις ανάγκες και δίνει τρόπους έγκαιρης εκπλήρωσής τους ανάλογα με το κεκτημένο επίπεδο παραγωγής.

Η σοσιαλιστική ιδιοκτησία και ο κρατικός σχεδιασμός απαιτούν ιδιαίτερη πολιτική στην οποία πρέπει να πραγματώνονται τα συμφέροντα των εργαζομένων. Γι΄ αυτό το λόγο η πολιτική πορεία του σοσιαλιστικού κράτους πρέπει να στηρίζεται σε σταθερές επιστημονικές βάσεις - στη θεωρία και μεθοδολογία του μαρξισμού-λενινισμού ή με άλλα λόγια στην επιστημονική προλεταριακή ιδεολογία. Μέχρι τη δεκαετία του ΄50 η επεξεργασία της πολιτικής κατεύθυνσης, παρ΄ όλες τις δυσκολίες, γινόταν επιτυχώς από το ΠΚΚ (μπ). Από τα χρόνια ακόμα των πρώτων πεντάχρονων πλάνων η σταλινική κομματική καθοδήγηση στηριγμένη στη πολιτική στρατηγική του λενινισμού, διαμορφώνει το επιστημονικό - σχεδιαστικό σύστημα διοίκησης της λαϊκής οικονομίας. Ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος έθεσε σε δοκιμασία την αποτελεσματικότητα του συστήματος. Η σοβιετική βιομηχανία, παρόλες τις σοβαρές απώλειες και την εκκένωσή της στις δυτικές περιοχές, εφοδίασε με όλα τα απαραίτητα το γιγάντιο μέτωπο της ένοπλης πάλης και, σε τελική ανάλυση, κατέκτησε διπλή υπεροχή έναντι της πολεμικής παραγωγής της Γερμανίας αλλά και όλης της κατεχόμενης Ευρώπης. Εκτός αυτού, η ΕΣΣΔ ήταν η μόνη από τις εμπόλεμες χώρες, στην οποία συνεχώς έπεφτε το κόστος των πολεμοφοδίων και των όπλων.

Η δεύτερη ιστορική νίκη της σοσιαλιστικής οικονομίας κατακτήθηκε στην πρώτη μεταπολεμική δεκαετία (1945-1955). Το σοβιετικό κράτος κατόρθωσε να αναδιοργανώσει την κατεστραμμένη από τον πόλεμο λαϊκή οικονομία, κατέκτησε ποιοτικά άλματα στην ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής, απέτρεψε την επιστημονικο-τεχνική καθυστέρηση σε σχέση με τις καπιταλιστικές χώρες, έθεσε τις βάσεις της πυρηνικής ισχύος της χώρας που εμπόδισε ουσιαστικά την ανάπτυξη της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας. Η ΕΣΣΔ (το 1955) αναδείχτηκε πρώτη στην Ευρώπη και δεύτερη στον κόσμο βιομηχανική δύναμη και κατέλαβε την τρίτη θέση στον κόσμο για την παραγωγικότητά της στη βιομηχανία. Τέθηκαν οι βάσεις για την έξοδο του ανθρώπου στο Διάστημα και δημιουργήθηκαν νέες μορφές ειρηνικής χρήσης της ατομικής ενέργειας. Ο σοσιαλιστικός οικονομικός μηχανισμός μέσα σε 30 χρόνια (1925-1955) κατέκτησε την ετήσια αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 20%, πράγμα που σήμαινε το διπλασιασμό του βιομηχανικού δυναμικού της χώρας κάθε 5 χρόνια.

Ποιά ήταν η αιτία του «σοβιετικού θαύματος» που θορύβησε το διεθνές κεφάλαιο; Η καπιταλιστική και η σοσιαλιστική παραγωγή έχουν διαφορετικούς στόχους. Το μονοπωλιακό κεφάλαιο απαιτεί από την παραγωγή το μέγιστο δυνατό καπιταλιστικό κέρδος. Γι΄ αυτό τον λόγο λειτουργεί. Το μέγιστο δυνατό καπιταλιστικό κέρδος βγαίνει με την εκμετάλλευση του πληθυσμού της δεδομένης χώρας καθώς και με τη συστηματική καταλήστευση των εξαρτημένων χωρών ή την απάνθρωπη εκμετάλλευση των υλικών αποθεμάτων, της φθηνής εργατικής τους δύναμης.

Σε αντίθεση με τον «πολιτισμένο» καπιταλισμό, ο σοσιαλισμός έχει σα στόχο την ικανοποίηση των συνεχώς αναπτυσσομένων υλικών και πολιτιστικών αναγκών και απαιτήσεων όλης της κοινωνίας χρησιμοποιώντας την αδιάκοπη ανάπτυξη και τελειοποίηση της σοσιαλιστικής παραγωγής με υψηλές τεχνικές και νέες τεχνολογίες. Αυτόν το στόχο εξυπηρετεί και ο σχεδιασμός της λαϊκής οικονομίας. Γι΄ αυτό και ο σχεδιασμός έχει επιτακτικό χαρακτήρα, δηλαδή το πλάνο αποτελεί νόμο για την επιχείρηση.

Αυτή η διαφορά των στόχων και των απαιτήσεων ανάμεσα στην καπιταλιστική και τη σοσιαλιστική παραγωγή δημιουργεί και διαφορετικά κριτήρια επιτυχίας της δουλιάς της επιχείρησης. Το βασικό κριτήριο της δραστηριότητας μιας καπιταλιστικής επιχείρησης είναι το κέρδος. Το μέγεθος των κερδών καθορίζει και την επιτυχία ή αποτυχία της δουλιάς του διοικητικού και του τεχνικού προσωπικού. Στο σοσιαλισμό βέβαια, βασικό κριτήριο της αποτελεσματικότητας της επιχείρησης αποτέλεσε η μείωση του κόστους παραγωγής και η αύξηση της παραγωγικότητας με ταυτόχρονη καλυτέρευση της ποιότητας του παραγομένου προϊόντος. Η μείωση του κόστους παραγωγής προκαλούσε και τη μείωση των χονδρικών και κατόπιν των λιανικών τιμών των εμπορευμάτων και των αντικειμένων λαϊκής κατανάλωσης, πράγμα που σήμαινε και την αύξηση της ευμάρειας των εργαζομένων. Αυτό το σύστημα οικονομικής καθοδήγησης δεν άφηνε την παραγωγή να παραμένει στάσιμη, δεν επέτρεπε στις διοικήσεις να επαναπαύονται στα κεκτημένα τους, απαιτούσε από την καθοδήγηση της επιχείρησης συνεχή τεχνολογική τελειοποίηση ή αναζήτηση ενδοπαραγωγικών εναλλακτικών λύσεων. Εννοείται βέβαια ότι η πίεση και η απαιτητικότητα των πλάνων δεν άρεσε σε πολλούς διοικητές επιχειρήσεων, αλλά κυρίως δεν άρεσε στους γραφειοκράτες υπάλληλους των υπουργείων. Φυσικά δεν τολμούσαν να αντιδράσουν ευθέως ενάντια στα πλάνα, αλλά αναζητούσαν πλάγιους τρόπους για να κάνουν τη ζωή τους πιο εύκολη.

Η λειτουργία της σοσιαλιστικής οικονομίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην πρακτική του λαϊκο-οικονομικού σχεδιασμού μεταπολεμικά, απαιτούσε επανεξέταση μιας σειράς αξιωμάτων της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού, τα οποία έπαψαν να αντιστοιχούν στη συνεχώς εξελισσόμενη κοινωνική πραγματικότητα. Το σύστημα του ενδιαφέροντος του ανθρώπου στην εργασία ή τα υλικά κίνητρα, έπρεπε να τελειοποιηθεί και αυτή η ανάγκη συνδεόταν με τις εμπορευματικές - χρηματικές σχέσεις. Λειτουργούν οι εμπορευματικές-χρηματικές σχέσεις στο σοσιαλισμό ή πρέπει να εξαφανιστούν μαζί με την ατομική ιδιοκτησία στα εργαλεία και τα μέσα παραγωγής; Το ερώτημα είναι περίπλοκο. Είναι γνωστό ότι αρχικά οι μαρξιστές αρνούνταν οποιεσδήποτε αγοραίες εμπορευματικές-χρηματικές σχέσεις. Θεωρούσαν ότι έπρεπε να αντικατασταθούν με την άμεση ανταλλαγή προϊόντων ανάμεσα στις σοσιαλιστικές επιχειρήσεις. Πότε όμως πρέπει να προωθηθεί η ανταλλαγή προϊόντων - αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας ή στην πορεία της κοινωνίας προς τον κομμουνισμό;

Η ΝΕΠ ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Λένιν στις αρχές του 1921. Ηρθε σε αντικατάσταση της πολιτικής του «πολεμικού κομμουνισμού» που επιβλήθηκε λόγω του εμφυλίου πολέμου και ανέτρεψε τα σχέδια για άμεση κατάργηση των εμπορευματικών χρηματικών σχέσεων. Η ανάκαμψη λοιπόν της κατεστραμμένης από τους πολέμους οικονομίας βασίστηκε τελικά σε αυτές τις σχέσεις. Ετσι δόθηκε η δυνατότητα στην πολιτικά ισοπεδωμένη, αλλά οικονομικά ισχυρή ακόμα αστική τάξη να ρίξει στην κυκλοφορία συσσωρευμένες οικονομίες. Η αστική τάξη διψούσε για πολυτέλεια (στην οποία ζούσε επί Τσάρου) και γι΄ αυτό δέχτηκε την Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ).

Ο δεύτερος χρόνος της ΝΕΠ έθεσε το ερώτημα: Χρειάζεται καπιταλιστική αγορά σε μια χώρα που χτίζει σοσιαλισμό ή όχι; Υπογραμμίζω ότι καπιταλιστική αγορά σημαίνει ότι σαν εμπορεύματα εννοούνται και τα μέσα παραγωγής και η γη και η εργατική δύναμη.

Τη βάση για μια συστηματική λύση του προβλήματος της αγοράς και των εμπορευματικών-χρηματικών σχέσεων έθεσε ο Ι. Β. Στάλιν στην εργασία του «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» που γράφτηκε το 1952. Στην εργασία αυτή ο Στάλιν αποδεικνύει ότι η εμπορευματική παραγωγή δεν θα οδηγήσει στον καπιταλισμό, εάν η ανταλλαγή προϊόντων μέσω πώλησης-αγοράς πραγματοποιείται μόνο για αντικείμενα και προϊόντα προσωπικής κατανάλωσης. Η παραγωγή και η ανταλλαγή τέτιων αντικειμένων και προϊόντων υπόκειται στο νόμο της αξίας, ο οποίος στο σοσιαλισμό δρα σε περιορισμένη σφαίρα. Στη σοσιαλιστική κοινωνία τα μέσα παραγωγής (εργοστάσια, ορυχεία, ανθρακωρυχεία, γη, μεταφορές κλπ.) όπως και η εργατική τάξη δεν υπόκεινται άμεσα στο νόμο της αξίας. Η μόνη εξαίρεση είναι η σφαίρα του εξωτερικού εμπορίου του κράτους.

Η εργασία αυτή του Στάλιν έθεσε και τις βάσεις της θεωρητικής θεμελίωσης της αναγκαιότητας της σοσιαλιστικής αγοράς, η οποία και θα εξασφάλιζε τον καταμερισμό των αγαθών στην κοινωνία, ανάλογα με την εργασία και όχι ανάλογα με το κεφάλαιο. Με άλλα λόγια, καθορίστηκε η σφαίρα δράσης των εμπορευματικών-χρηματικών σχέσεων στο σοσιαλισμό.

Η πρακτική της σοσιαλιστικής οικοδόμησης απαιτούσε την εξέλιξη και τελειοποίηση της οικονομικής θεωρίας του σοσιαλισμού και έγκαιρη λύση των αντιθέσεων στον τομέα της διοίκησης και του σχεδιασμού της λαϊκής οικονομίας. Θα αναφερθούμε σύντομα σε μερικές από αυτές τις αντιθέσεις, οι οποίες και είχαν αντικειμενικό χαρακτήρα.

Πρώτον η αύξηση του όγκου της παραγωγής δυσκόλεψε πολύ το σχεδιασμό για ολόκληρη τη χώρα. Αν κατά τη διάρκεια των πρώτων πεντάχρονων, σε συνθήκες έλλειψης και των πιο απαραίτητων, ήταν δυνατός ο περιορισμός του σχεδιασμού μόνο στους ποσοτικούς δείκτες, τώρα, με την κολοσσιαία αύξηση του συνόλου των προϊόντων, η ποιότητα των παραγομένων προϊόντων εξελισσόταν σε πρωταρχικό ζήτημα. Η εξέλιξη του ΓΚΟΣΠΛΑΝ, του κεντρικού οργάνου σχεδιασμού της ΕΣΣΔ, δεν εξασφάλιζε τον καλύτερο δυνατό σχεδιασμό. Μόνο η χρήση της μηχανοργάνωσης, των Η/Υ που έγινε πολύ αργότερα (από το 1950), έδωσε τη δυνατότητα στον κρατικό σχεδιασμό να λαμβάνονται υπόψη και οι ποσοτικοί και οι ποιοτικοί δείκτες παραγωγής ταυτόχρονα. Στη δεκαετία του ΄50 το πρόβλημα αυτό ήταν αδύνατο να λυθεί.

Δεύτερον τον καιρό των πρώτων πεντάχρονων, ο υπουργός (ή λαϊκός κομισάριος) είχε υπό την εξουσία του μερικές δεκάδες εργοστασίων και μπορούσε άμεσα ή μέσω των υπαλλήλων του υπουργείου του, να ελέγχει συγκεκριμένα την εισαγωγή νέων τεχνικών ή τεχνολογιών, την αύξηση της παραγωγικότητας αλλά και τους άλλους δείκτες της παραγωγής.

Στη δεκαετία του ΄50, ο υπουργός είχε υπό την εξουσία του ήδη εκατοντάδες ή και χιλιάδες επιχειρήσεις. Ο έλεγχος της δουλιάς τους κατέληξε να γίνει πολύ δύσκολος. Γι΄ αυτό το λόγο η καθοδήγηση και ο έλεγχος της δραστηριότητας των επιχειρήσεων γινόταν όλο και πιο αδύνατος. Ολες οι προσπάθειες που έγιναν για την επίλυση αυτού του προβλήματος ήταν πολύ λίγο αποτελεσματικές.

Τρίτον σε συνθήκες τρομερής επιστημονικο-τεχνικής προόδου ήταν αναγκαία η τελειοποίηση των κινήτρων που είχαν οι επιχειρήσεις για την εισαγωγή επιστημονικο-τεχνικών νεωτερισμών. Η τότε υπάρχουσα ικανότητα αφομοίωσης των επιστημονικο-τεχνικών νεωτερισμών ήταν εμφανώς ανεπαρκής. Σταδιακά άρχισε να δημιουργείται ο ονομαζόμενος πολυέξοδος μηχανισμός: Οταν υπήρχε ανάγκη αύξησης παραγωγής, έχτιζαν επιπλέον νέα εργοστάσια και τμήματα παραγωγής ενώ δεν επανεξόπλιζαν τα ήδη υπάρχοντα. Σε όλη τη χώρα αυξάνονταν ο αριθμός των επιχειρήσεων που χτίζονταν και συχνά μετατρεπόταν σε «χρόνιες οικοδομές». Απονεκρώνονταν έτσι τεράστια κεφάλαια που αρχικά προορίζονταν για την ανάπτυξη της παραγωγής. Ο πολυέξοδος μηχανισμός ολοκληρώθηκε στη δεκαετία του ΄80 και έγινε ένα από τα βασικά εμπόδια και μια από τις βασικές, πρωταρχικές αιτίες της καθυστέρησης της ΕΣΣΔ στον ανταγωνισμό με τον καπιταλισμό.

Αμέσως μετά το θάνατο του Ι. Β. Στάλιν (1953), η εργασία του: «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» έτυχε περιστασιακής κριτικής και απόσυρσης από τις βιβλιοθήκες. Οι ιδέες που περιείχε όχι μόνο δεν αναπτύχθηκαν όπως τους έπρεπε, αλλά βρέθηκαν τεχνητά εκτός της μαρξιστικής επιστήμης. Τα οικονομικά προβλήματα όμως παρέμειναν και παραμένοντας οδήγησαν σταδιακά τη χώρα στη κρίση και την υποχώρηση από κατακτημένες θέσεις.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ΄50, η βασική κατεύθυνση και ο δείκτης της ποιότητας της δουλειάς των επιχειρήσεων, αλλά ταυτόχρονα και του επιπέδου καθοδήγησής τους, ήταν η μείωση του κόστους των προϊόντων και η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Αυτοί οι βασικοί δείκτες και κριτήρια της επιχειρησιακής δραστηριότητας αντικαταστάθηκαν επί Χρουτσιόφ με το κέρδος σε χρήμα. Το κέρδος εξελίσσεται σε βασικό στόχο της παραγωγής, εξαφανίζοντας σταδιακά το βασικό στόχο της σοσιαλιστικής παραγωγής - την εξασφάλιση της μεγίστης δυνατής ικανοποίησης των ολοένα αυξανομένων υλικών και πολιτιστικών αναγκών των σοβιετικών ανθρώπων. Οι επιχειρήσεις (μετά το 1965) προσανατολίζονται στην εξασφάλιση του κέρδους και στην έλλειψη παθητικών. Και το κέρδος όπως και η αιτιολόγηση των εξόδων υπήρχαν ανέκαθεν στην πρακτική της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Μόνο που θεωρούνταν λογιστικές και εκτιμητικές κατηγορίες και ήταν μέρος των μεθόδων εκτίμησης και υπολογισμού της αποτελεσματικότητας της παραγωγής των επιχειρήσεων και των κλάδων της λαϊκής οικονομίας.

Μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ η κατηγορία «κέρδος» σταδιακά μετατρέπεται σε βασικό κριτήριο και στόχο της σοσιαλιστικής παραγωγής.

Ο σχεδιασμός μετατρέπεται σε «δόγμα», σε «πλάνο με οποιοδήποτε τίμημα». Οποιαδήποτε εισαγωγή ανακαλύψεων, ευρεσιτεχνιών, εξορθολογισμών, ο,τιδήποτε δηλαδή μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να οδηγήσει σε προσωρινή μείωση του κέρδους, απαγορευόταν κατηγορηματικά. Η σοσιαλιστική οικονομία άρχισε να απορρίπτει την επιστήμη. Ταυτόχρονα ο καπιταλισμός δάμαζε την επιστημονικο-τεχνική επανάσταση. Η νέα τεχνολογική βάση, η χρήση φθηνών πρώτων υλών και ανθρώπινου υλικού των χωρών του «τρίτου κόσμου» επέτρεψαν στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες να αμβλύνουν την κοινωνική ένταση, να κατευνάσουν την ταξική πάλη, να εξασφαλίσουν σχετική κοινωνική σταθερότητα, να αυξήσουν την ευμάρεια των εργαζομένων στη χώρα τους και να σπάσουν την πίστη τους στη σοσιαλιστική επιλογή.

Η διαφορά ανάμεσα στην κατηγορία «κέρδος» της λενινιστικής-σταλινικής οικονομικής πολιτικής και της «εκδημοκρατισμένης» οικονομίας των Χρουτσιόφ- Μπρέζνιεφ είναι περίπου ό,τι και η διαφορά ανάμεσα στον ταχογράφο και τον κινητήρα του αυτοκινήτου. Ο κινητήρας κινεί το αυτοκίνητο, ενώ ο ταχογράφος δείχνει την ταχύτητα της κίνησής του. Το κέρδος είναι ο κύριος κινητήρας της καπιταλιστικής παραγωγής και ο ταχογράφος της σοσιαλιστικής.

Την μετατροπή του κέρδους σε κινητήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής επέβαλε με όλη του τη δύναμη ο κομματικο-κρατικός μηχανισμός στα χρουτσιωφικά και μπρεζνιεφικά χρόνια. Αυτό παραμόρφωσε τη σοσιαλιστική οικονομία και την οδήγησε σε άλυτες αντιθέσεις.

Στη σοσιαλιστική οικονομία, η μείωση του κόστους παραγωγής και κατόπιν της χονδρικής και της λιανικής τιμής μπορεί να γίνει μόνο με την εισαγωγή νέας τεχνολογίας και τεχνικών, με την οικονομία των υλικών, των πρώτων υλών, της ενέργειας και της εργατικής δύναμης. Με την ανάδειξη του κέρδους σε βασικό δείκτη και κύριο στόχο δραστηριότητας της σοσιαλιστικής επιχείρησης, έγιναν δυνατές διάφορες τεχνητές χειραγωγήσεις με τις αυξήσεις των τιμών στα ίδια τα προϊόντα. Χάρη σε αυτό εξασφαλιζόταν το πλάνο του κέρδους και αυξανόταν το «κύρος» των οικονομικών διαχειριστών-καθοδηγητών.

Ο προσανατολισμός των παραγωγικών επιχειρήσεων στο κέρδος οδήγησε στην επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης, στην πτώση των χρηματικών αποθεμάτων και στη σταδιακή υποτίμηση του ρουβλιού. Εληξε η ετήσια πτώση των τιμών στα αντικείμενα προσωπικής κατανάλωσης και στα είδη διατροφής. Αρχισε η διαδικασία της ακρίβειας και της σταδιακής απόσυρσης από την παραγωγή και το εμπόριο των φθηνών προϊόντων. Το γενικό αποτέλεσμα ήταν η πτώση της αύξησης της παραγωγικότητας εργασίας - η καταστροφή δηλαδή του κύριου παράγοντα που καθορίζει τα αποτελέσματα του ανταγωνισμού μεταξύ του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού. Ο προσανατολισμός της δραστηριότητας των σοσιαλιστικών επιχειρήσεων στο «κέρδος» έδωσε ακριβώς τα αντίστροφα αποτελέσματα στην οικονομία. Επί Μπρέζνιεφ, αντί για «κερδοφόρα» είχαμε πολυέξοδη οικονομία.

Η μετατροπή του κέρδους σε βασικό μοχλό της σοσιαλιστικής παραγωγής έθεσε τις αντικειμενικές βάσεις για την ανάπτυξη «σκιώδους» ή παράνομου κεφαλαίου και για την εμφάνιση σκιωδών επιχειρηματιών στην ΕΣΣΔ. Οι απατεώνες και οι λαθρέμποροι, μέσω της χειραγώγησης των τιμών, όχι μόνο τυπικά κάλυπταν τα πλάνα του κέρδους, αλλά και δημιουργούσαν «αδήλωτα» αποθέματα πρώτων υλών, πηγών ενέργειας και εργατικής δύναμης, τα οποία και χρησιμοποιούσαν στην παραγωγή της ονομαζόμενης «αδήλωτης» ή μαύρης παραγωγής.

Για παράδειγμα: ένα εργοστάσιο παράγει φλιτζάνια τσαγιού. Το ΓΚΟΣΠΛΑΝ όριζε πλάνο στο εργοστάσιο παραγωγής 1 εκατομμύριο φλιτζάνια το χρόνο. Το κόστος κάθε φλιτζανιού είναι 1 ρούβλι. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ΄50 (εποχή Στάλιν) ο κύριος δείκτης της δουλιάς του εργοστασίου ήταν η ετήσια μείωση του κόστους του προϊόντος. Γι΄ αυτό επιβαλλόταν εισαγωγή νέας τεχνικής, αύξηση της επαγγελματικής κατάρτισης των εργαζομένων, οικονομία υλικών, πρώτων υλών και πηγών ενέργειας. Χάρη στη μείωση του κόστους παραγωγής περιοδικά μειωνόταν και η τιμή του φλιτζανιού στα μαγαζιά.

Σαν αποτέλεσμα των οικονομικών μεταρρυθμίσεων των Χρουτσιόφ-Μπρέζνιεφ και Λίπερμαν κύριος δείκτης δουλιάς έγινε το κέρδος σε χρήμα. Ενα μέρος αυτού του κέρδους αποτελούσε κρατικό έσοδο. Η διοίκηση του εργοστασίου επιλέγει έναν πολύ πιο απλό τρόπο εξαγωγής κέρδους, από ό,τι η τελειοποίηση της τεχνικής και της τεχνολογίας παραγωγής. Πχ. στο φλιτζάνι προστίθεται κάποιο διακοσμητικό σχέδιο. Σε συνθήκες μαζικής παραγωγής αυτή η επιπλέον τεχνολογική δραστηριότητα επιβαρύνει το κόστος του φλιτζανιού με μια απειροελάχιστη αύξηση, αλλά η τιμή του φλιτζανιού τεχνητά αυξάνεται 2 με 3 φορές. Το εργοστάσιο λοιπόν δεν χρειάζεται να παράγει 1 εκατομμύριο φλιτζάνια με βάση το πλάνο, αφού μπορεί να βγάλει το ίδιο κέρδος με 0,5 εκατομμύρια. Η κολλεκτίβα του εργοστασίου παίρνει πριμ, η διοίκηση επιβραβεύεται και παρασημοφορείται. Ο πληθυσμός όμως είναι υποχρεωμένος να αγοράζει φλιτζάνια σε τιμή 2-3 φορές ακριβότερα.

Και πώς χρησιμοποιείται η ενέργεια και οι πρώτες ύλες, που παραχωρήθηκαν στο εργοστάσιο με βάση το πλάνο και σε φθηνές κρατικές τιμές για τα 0,5 εκατομμύρια φλιτζάνια που δεν παρήγαγε; Αυτό το «υπόλοιπο» χρησιμοποιείται στην παραγωγή «μαύρων, αδήλωτων» προϊόντων. Αυτά τα προϊόντα προωθούνται από απατεώνες στο κρατικό εμπόριο. Τα έσοδα από την πώληση αυτών των προϊόντων τα μοιράζονται ο διευθυντής του εργοστασίου και ο διευθυντής του μαγαζιού.

Ετσι συσσωρεύεται στα χέρια ιδιωτών τεράστιο «σκιώδες» κεφάλαιο. Αυτό το κεφάλαιο παραμόρφωσε τις σοσιαλιστικές σχέσεις στην κοινωνία, διέλυσε τις εργατικές κολλεκτίβες και συνέβαλε στη διαφθορά των υπαλλήλων. Τη δεκαετία του ΄80 η «σκιώδης» οικονομία απορροφούσε το 1/3 των κρατικών αποθεμάτων της χώρας. Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργήθηκε η πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου και μορφοποιήθηκε η οικονομική βάση της μελλοντικής αστικής αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ.

Η διαφθορά αναπτύχθηκε και στον κομματικό μηχανισμό. Οι προσπάθειες να αντιμετωπιστεί η «σκιώδης» αστική τάξη με ενίσχυση των ποινικών ρητρών δεν απέδωσαν σοβαρά αποτελέσματα. Το υψηλό κέρδος των παρανόμων οδήγησε τη σοβιετική νεομπουρζουαζία σε απερίσκεπτη «γενναιότητα».

Η εισαγωγή καπιταλιστικών στοιχείων στη σοσιαλιστική οικονομία προκάλεσε και αρνητικές αλλαγές στο κοινωνικοπολιτικό εποικοδόμημα καθώς και στο ηθικό-ψυχολογικό κλίμα.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ΄60 αρχίζουν οι παραμορφώσεις στη κοινωνική δομή της σοβιετικής κοινωνίας. Η τάση για εξάλειψη των ταξικών διαφορών και η αύξηση της κοινωνικής ομοιογένειας που κυριαρχούσαν τη προηγούμενη περίοδο, τώρα αρχίζουν να υποσκελίζονται από την επαγγελματική, περιουσιακή και κοινωνικοπολιτιστική διαφοροποίηση. Αυξάνεται αδικαιολόγητα η απόσταση ανάμεσα στους υψηλόμισθους και τους χαμηλόμισθους και περισσότερο ανάμεσα στην ελιτίστικη διανόηση και τη βασική μάζα των εργαζομένων. Εμφανίζεται η λεγόμενη «επιστρέψιμη» ταξική δομή, η οποία συνδεόταν βασικά με τη «σκιώδη» οικονομία. Η «σκιώδης» οικονομία γεννά ιδιωτικά - καπιταλιστικά στοιχεία τα οποία ενισχύουν την πρωτογενή συσσώρευση κεφαλαίου. Αυτό το κεφάλαιο, αναρριχόμενο στην οικονομική κυριαρχία και την πολιτική εξουσία, αποκτά αμέσως εγκληματικό ή και καθαρά μαφιόζικο χαρακτήρα.

Τα παράνομα «εργαστήρια» και τμήματα παραγωγής που λειτουργούσαν υπό τη σημαία των κρατικών επιχειρήσεων έφεραν τη διάσπαση και τη διάλυση στις γραμμές των εργαζομένων λόγω της τεράστιας διαφοράς των μισθών και διέφθειραν τμήμα της νεολαίας.

Οι παράνομοι «σοβιετικοί» μπίζνεσμεν δημιούργησαν τη βάση εξαγοράς υπευθύνων στα κρατικά πόστα και άνοιξαν το δρόμο για προμήθειες και εξαγορές. Στις επιχειρήσεις εμφανίζεται ένα είδος «εργατικής αριστοκρατίας» η οποία δεν εργάζεται τόσο, όσο κάθεται στα προεδρεία διαφόρων συνελεύσεων, απασχολείται στις συμφέρουσες συνδικαλιστικές θέσεις, παίρνει αδούλευτο μισθό και δοξάζει τις ανύπαρκτες επιτυχίες των ακατάλληλων διοικήσεων.

Σαν αποτέλεσμα της διάλυσης των Μηχανο-Τρακτερικών Σταθμών (1958) που έπαιζαν τεράστιο ρόλο στην ανάπτυξη της σοσιαλιστικής αγροτικής οικονομίας, άρχισε η καταστροφή της σύνδεσης της συνεταιριστικής-κολχόζνικης ιδιοκτησίας με την κρατική. Διαλύθηκε η συμμαχία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς. Σε αυτή τη συμμαχία στηριζόταν η κοινωνικο-οικονομική δύναμη της χώρας. Τα κολχόζ, κατά τις χρουτσιοφικές αναμορφώσεις, μετατρέπονται σε αυθύπαρκτα νοικοκυριά που δεν καλύπτονται από την κρατική χρηματοδότηση και τον υλικοτεχνικό εφοδιασμό.

Αρχίζει η διαστρωμάτωση της κολχόζνικης αγροτιάς, η ανάδειξη στους κόλπους της τυχοδιωκτικών στοιχείων που γνωρίζουν πώς «να τα βρίσκουν» με την εξουσία και πλουτίζουν από τις απατεωνιές και τον ξένο κόπο. Τα κολχόζ μετατρέπονται σε μη βιώσιμες επιχειρήσεις, που επιζούν χάρη στις κρατικές επιχορηγήσεις.

Σταδιακά παρακμάζει το πολιτικό εποικοδόμημα της κοινωνίας. Η εργατική τάξη ενσυνείδητα απωθείται από την κρατική πολιτική. Η πολιτική του σοβιετικού κράτους χάνει την προηγούμενη κοινωνική της σταθερότητα και σαν αποτέλεσμα της συνεχώς μετακινούμενης «γενικής πολιτικής του κόμματος».

Ο κρατικός μηχανισμός αυξήθηκε κατά 3 φορές σε σχέση με τη σταλινική περίοδο. Το κράτος σταδιακά έχανε τη λειτουργία του οργανωτή της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αποξενωνόταν και απομακρυνόταν από τους εργαζόμενους. Η άνοδος του υπαλληλισμού υπερίσχυε των εργαζομένων στη σφαίρα της υλικής παραγωγής και ειδικά στην αγροτική οικονομία.

Ο ανεξέλεγκτος υπαλληλισμός γρήγορα γραφειοκρατικοποιούνταν και μεταμορφωνόταν σε κλειστό στρώμα. Ολόκληρα στρώματα διαφθείρονταν. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 το προλεταριακό κράτος μεταμορφώθηκε σε «παλλαϊκό κράτος». Ολα αυτά συνέβαιναν σε συνθήκες ανόδου της «σκιώδους» οικονομίας και της εμφάνισης της «σοβιετικής» νέας αστικής τάξης.

Ταυτόχρονα συντελείται η παραμόρφωση του κυβερνώντος κόμματος, η αποπρολεταριοποίηση του ΚΚΣΕ. Το κόμμα ανακηρύσσεται όχι κόμμα της εργατικής τάξης, αλλά κόμμα «όλου του λαού». Ολο και περισσότερο αλλοιώνεται από μικροαστούς, τυχοδιώκτες, καριερίστες που έλεγαν το ένα και έκαναν το άλλο. Δυναμικά αναρριχώνται στις καθοδηγητικές θέσεις του ΚΚΣΕ. Η καθοδήγηση του κόμματος σιγά-σιγά αποκόβεται από τις κομματικές μάζες. Οι μάζες των κομμουνιστών μετατρέπονταν σε παθητική βάση της κομματικής πυραμίδας. Τα στελέχη παύουν να εκλέγονται με βάση πολιτικά και εργασιακά κριτήρια. Στα ανώτατα κομματικά κλιμάκια εμφανίζονται οι επονομαζόμενοι «πράκτορες επιρροής». Σε αυτούς βασικά πόνταραν η ΣΙΑ και άλλες δυτικές υπηρεσίες. Σήμερα οι σοβιετικοί θεωρούν τους Γκορμπατσόφ και Γιάκοβλεφ τέτιους πράκτορες επιρροής, οι οποίοι προωθήθηκαν σε θέσεις κλειδιά του κόμματος και του κράτους όχι χωρίς εξωτερική βοήθεια.

Την ιδεολογική βάση των κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών παραμορφώσεων του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, αποτέλεσε ο δεξιός οπορτουνισμός ο οποίος εξαπλώθηκε την περίοδο καθοδήγησης του Χρουτσιόφ.

Αμέσως μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ οι αναθεωρητές κάτω από το πρόσχημα της πάλης ενάντια στην «προσωπολατρία του Στάλιν», ασχολήθηκαν με τη διάβρωση των βασικότερων θέσεων του μαρξισμού-λενινισμού. Στην αρχή σταδιακά, και μετά το 1985 εξ ολοκλήρου αποκαθίσταται ο οπορτουνισμός των τροτσκιστών και μπουχαρινικών.

Οι οπορτουνιστές στις σοβιετικές κοινωνικές επιστήμες, κάτω από τη σημαία της «εξέλιξης της θεωρίας», άρχισαν να υποσκάπτουν την ενότητα των συστατικών στοιχείων του μαρξισμού-λενινισμού. Το αποτέλεσμα είναι να χάσει ο μαρξισμός-λενινισμός τη μονολιθικότητά του, να είναι δηλαδή όπως όριζε ο Λένιν, «φτιαγμένος από ένα ατσάλινο κομμάτι».

Οπως είναι γνωστό, ο μαρξισμός-λενινισμός θεωρούνταν η φιλοσοφικο-κοινωνική, πολιτικοοικονομική και κοινωνικοπολιτική θεμελίωση της παγκόσμιας ιστορικής αποστολής της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Η ουσία αυτής της αποστολής έγκειται στην εξάλειψη όλων των μορφών καταπίεσης, εκμετάλλευσης, κοινωνικής ανισότητας, βίας και πολέμων ανάμεσα στους λαούς. Τη μετασταλινική περίοδο της ΕΣΣΔ οι μαρξιστικές-λενινιστικές επιστήμες μετατράπηκαν σε ένα συνονθύλευμα από «θεωρίες» και «έννοιες» τεχνητά δομημένες πάνω σε τσιτάτα, αποκομμένα από τα υπόλοιπα κείμενα των Μαρξ - Ενγκελς - Λένιν. Το αχανές σύνολο αυτών των συχνά ρεβιζιονιστικών θεωριών αποπροσανατόλιζε τον κόσμο και δημιουργούσε κριτική στάση σε αυτές αλλά και σε κάθε άχρηστη και κενή θεωρητικοποίηση.

Εννοείται βέβαια ότι ο δεξιός αναθεωρητισμός και οπορτουνισμός είχαν τις δικές τους υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις και αιτίες. Μεταξύ αυτών:

 Η ενίσχυση της επιρροής των μικροαστικών στοιχείων στο σοσιαλισμό κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.

 Οι βαρειές απώλειες των κομμουνιστών και της εργατικής τάξης στον αντιφασιστικό πόλεμο

 Ο σκληρός και σπάταλος ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ για ισορροπία των ατομικών εξοπλισμών.

 Τα γνωστά θετικά οικονομικά άλματα των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών που μπόρεσαν καλύτερα και αποτελεσματικότερα να εκμεταλλευτούν την επιστημονικοτεχνική πρόοδο και να καταληστεύσουν τις χώρες του τρίτου κόσμου.

Ολα αυτά υποβοήθησαν την καθιέρωση και την εξάπλωση του αναθεωρητισμού και οπορτουνισμού στην ΕΣΣΔ. Εχοντας φωλιάσει στη μετασταλινική ηγεσία του ΚΚΣΕ, ο οπορτουνισμός στην πολιτική και ο αναθεωρητισμός στη θεωρία επηρέασαν διαβρωτικά τη μαζική συνείδηση.

Με αφορμή την «κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση» αναπτύχθηκαν διαδικασίες έρπουσας αποπολιτικοποίησης και αποϊδεολογικοποίησης που άμβλυναν τη ταξική αυτοσυνείδηση των εργαζομένων.

Στην κοινωνική ψυχολογία, η κολλεκτιβίστικη συνείδηση των σοβιετικών ανθρώπων άρχισε να αντικαθίσταται από τον μικροαστικό ατομισμό. Πολλοί πολίτες χάνουν τα ηθικά τους κίνητρα για εργασία. Γεννήθηκε η αδιαφορία και κατόπιν η απέχθεια για κάθε τι κρατικό και κοινωνικό. Αυξάνονται οι παραβιάσεις της εργασιακής και εκτελεστικής πειθαρχίας όπως και η καταλήστευση των λαϊκών αγαθών. Η πάλη ενάντια σε αυτά τα φαινόμενα δεν επέφερε ουσιαστικά αποτελέσματα.

Στη δεκαετία του ΄80 παρατηρήθηκαν στοιχεία στασιμότητας στη σοβιετική οικονομία και μείωση των ρυθμών ανάπτυξης της ευημερίας των εργαζομένων. Παρ΄ όλα αυτά η οικονομία της ΕΣΣΔ είχε ακόμη σημαντικά αποθέματα σταθερότητας. Εκτός αυτού, σύμφωνα με τους υπολογισμούς σοβαρών δυτικών οικονομολόγων, η ΕΣΣΔ είχε περισσότερες πιθανότητες να νικήσει στον οικονομικό και στρατιωτικο-πολιτικό συναγωνισμό με τις ΗΠΑ προς το τέλος του 20ού αιώνα.
Δυστυχώς, στη δεκαετία του ΄80 στη ΚΕ του ΚΚΣΕ δεν υπήρξαν δυνάμεις ικανές να αντιμετωπίσουν τα φαινόμενα στασιμότητας του «καταναλωτικού σοσιαλισμού», τον οπορτουνισμό και να επιστρέψουν το κόμμα στο λενινιστικό δρόμο οικοδόμησης του σοσιαλισμού.

Η Απριλιανή συνεδρίαση (1985) της ΚΕ του ΚΚΣΕ υποχώρησε στην πίεση των οπορτουνιστών, στρέφοντας το κόμμα στην αστική ανανέωση. Ο νέος ΓΓ Γκορμπατσόφ διακήρυξε το δρόμο προς την ανασυγκρότηση, μιλώντας υποκριτικά για «αναγέννηση του σοσιαλισμού» και «επιτάχυνση της κοινωνικο-οικονομικής του ανάπτυξης». Η ουσία αυτής της προδοτικής κίνησης δεν έγινε αμέσως αντιληπτή από την πλειοψηφία των σοβιετικών ανθρώπων και των κομμουνιστών.

Η 30χρονη (1956-1985) βλαβερή επίδραση του οπορτουνισμού τους έκανε όλους ομήρους της αστικής αντεπανάστασης. Η προγκορμπατσοφική κομματοκρατία έγινε μια από τις κινητήριες δυνάμεις της αστικής αντεπανάστασης με ηγέτη και επιτελείο της - την ΚΕ του ΚΚΣΕ.

Αυτές είναι λοιπόν, κατά τη γνώμη μας, οι βασικές προϋποθέσεις και αιτίες της ήττας του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Οι κινητήριες δυνάμεις της αστικής αντεπανάστασης είναι:

<!--[if !supportLists]-->n <!--[endif]-->Ο διεθνής ιμπεριαλισμός.

<!--[if !supportLists]-->n <!--[endif]-->Η «σκιώδης» σοβιετική νεομπουρζουαζία.

<!--[if !supportLists]-->n <!--[endif]-->Η ελιτίστικη διανόηση που αντιπαρατάχθηκε στο λαό.

<!--[if !supportLists]-->n <!--[endif]-->Η κρατικο-κομματική νομενκλατούρα του ΚΚΣΕ

Κάθε ένας από αυτούς επεδίωκε τους δικούς του σκοπούς καταστρέφοντας το σοσιαλισμό στην ΕΣΣΔ. Τους συνένωνε όμως η τάση να εξαρθρώσουν την εξουσία των εργαζομένων. Ο αντισταλινισμός έγινε η ιδεολογικοπολιτική τους σημαία. Η κρατικοκομματική νομενκλατούρα εξουδετέρωσε την αντίσταση των οπαδών του σοσιαλισμού, αποδιοργάνωσε την εργατική τάξη και την κολχόζνικη-σοβχόζνικη αγροτιά, έφερε σύγχυση στις ένοπλες δυνάμεις και στα όργανα κρατικής ασφάλειας τα οποία και δεν μπόρεσαν να εκπληρώσουν το συνταγματικό τους καθήκον της υπεράσπισης της Σοσιαλιστικής Πατρίδας.

Η «περεστροϊκή» περίοδος της αστικής αντεπανάστασης των Γκορμπατσόφ - Ριζκόφ αποδείχθηκε αδιέξοδη. Εληξε με το Αυγουστιάτικο πραξικόπημα του 1991. Την ίδια τύχη είχε και η εσπευσμένη θεραπεία-σοκ των ιδιωτικοποιήσεων των Γιέλτσιν- Γκαϊντάρ που στην ουσία είναι άναρχη και άτακτη καταλήστευση των λαϊκών αγαθών. Μετά την «εκτέλεση» του ρωσικού κοινοβουλίου με κανόνια τον Οκτώβρη του 1993, το χρηματιστικό - μονοπωλιακό κεφάλαιο με τις ιμπεριαλιστικές του τάσεις πέρασε στην αντεπίθεση, σε συνθήκες εξαρθρωμένης οικονομίας και χρηματιστικού συστήματος. Εκφραστές των πολιτικών του συμφερόντων είναι τώρα ο Γιέλτσιν και ο Τσερνομίρτιν. Δεν αποκλείεται το κρατικομονοπωλιακό κεφάλαιο, ερχόμενο στην εξουσία, να προσπαθήσει να περισώσει την εξουσία του μέσω της πολιτικής καταπίεσης, της αντίδρασης και του φασισμού. Δεν πρέπει να το επιτρέψουμε!

Η τραγικότητα της σύγχρονης κατάστασης έγκειται στο ότι ο κύριος και μόνιμος αντίπαλος της καπιταλιστικής εξουσίας στη Ρωσία, η εργατική τάξη, προδομένη και πουλημένη από τους οπορτουνιστές του χρουτσιοφο-μπρεζνιεφικού ΚΚΣΕ, σήμερα είναι σε σημαντικό βαθμό αποδιοργανωμένη και αποπροσανατολισμένη. Δεν συνειδητοποίησε εντελώς την πολιτική και ταξική της σημασία και τον ιστορικό της προορισμό. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι εργάτες διακηρύσσουν μόνο, προς το παρόν, τα οικονομικά τους αιτήματα, διαμαρτυρόμενοι ενάντια στη σχετική και απόλυτη εξαθλίωση.

Μόνο τα ΚΚ τα οποία στηρίζονται γερά στις μαρξιστικές - λενινιστικές θέσεις και στη μπολσεβίκικη πλατφόρμα μπορούν να οργανώσουν την πάλη της εργατικής τάξης για τα δικαιώματά της και να βοηθήσουν την επιστροφή της χαμένης εξουσίας. Ενα από τα κύρια ιδεολογικο-πολιτικά καθήκοντα του ΠΠΚ (μπ) είναι η μπολσεβικοποίηση του κομμουνιστικού κινήματος στην περιοχή της ΕΣΣΔ. Οι νόμοι της κοινωνικής εξέλιξης δούλευαν και δουλεύουν για το σοσιαλισμό. Είμαστε πεισμένοι ότι δεν θα αργήσει ο καιρός που η εργατική τάξη και τα μαρξιστικά - λενινιστικά κόμματά της θα ηγηθούν στην πάλη των εργαζομένων για την αναγέννηση της ΕΣΣΔ.



Αφοπλισμός του κινήματος η συμμετοχή σε κυβέρνηση


Είναι γεγονός ότι και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις προβλήθηκε από τα αστικά επιτελεία, την αστική προπαγάνδα και το ΣΥΡΙΖΑ, ως το μοναδικό κριτήριο ψήφου η ανάδειξη κυβέρνησης και «πατούσε» πάνω σε δύο αντικειμενικούς παράγοντες. Ο πρώτος, ότι οι αστικές κοινοβουλευτικές εκλογές γίνονται για να αναδειχτεί κυβέρνηση. Ο δεύτερος, ότι η καπιταλιστική οικονομική κρίση και η πολιτική των αστικών κυβερνήσεων για τη διέξοδο σε όφελος του κεφαλαίου, που μετέφερε τις συνέπειες της κρίσης στις πλάτες της εργατικής τάξης και των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων ωθώντας στη φτώχεια, την ανεργία και την εξαθλίωση, καλλιεργούσε την ψυχολογία στο λαό για «εδώ και τώρα» λύσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, λαϊκές δυνάμεις αναζητούσαν κυβέρνηση που μπορεί να αποτρέψει τα χειρότερα, να ανακουφίσει έστω και ελάχιστα το λαό.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πρόβαλε ότι υπάρχει δυνατότητα για τέτοια κυβερνητική λύση. Αυτό εκτιμούσαμε, από πριν τις εκλογές της 6ης Μάη, είναι ένα στοιχείο που αναδεικνύει και τη μεγαλύτερη από πριν σκληρότητα της εκλογικής αναμέτρησης, αφού η επιλογή δεν ήταν πλέον ανάμεσα στα αστικά κόμματα ΠΑΣΟΚ - ΝΔ, αλλά ανάμεσα σε μια αστική κυβέρνηση και μια γιαλαντζί αστική κυβέρνηση, που προσδιοριζόταν είτε ως αριστερή, είτε ως αντιμνημονιακή.
Την παραμικρή χαραμάδα να άφηνε το ΚΚΕ ότι υπάρχει ενδεχόμενο συμμετοχής του σε αστική κυβέρνηση και ότι θα ήταν η δύναμη εκείνη που θα μπορούσε από κυβερνητική θέση να επιβάλει μέτρα φιλολαϊκά, θα ακύρωνε τα όποια θετικά βήματα έχουν γίνει στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος ως τώρα. Και, βεβαίως, θα καλλιεργούσε συνείδηση οπισθοχώρησης από τη θέση ότι ιδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης δεν υπάρχει το παραμικρό περιθώριο και το κεφάλαιο να σωθεί και να αναπτυχθεί και ταυτόχρονα οι εργάτες να ανακουφιστούν. Γι' αυτό το ΚΚΕ έθετε το ζήτημα ότι η πάλη για τα άμεσα πιεστικά προβλήματα πρέπει να κατευθύνεται στην εναντίωση στα μονοπώλια, στο κεφάλαιο και τα κόμματά του, τις κυβερνήσεις του στην ΕΕ.
Στρατηγικό ζήτημα
Το ζήτημα «συμμετοχή του ΚΚΕ σε κυβέρνηση» είναι στρατηγικό ζήτημα. Ετσι, σε συνθήκες που το αστικό κράτος είναι κυρίαρχο, η συμμετοχή του επαναστατικού Κόμματος της εργατικής τάξης στην κυβέρνηση σημαίνει συμμετοχή στη διαχείριση των υποθέσεων του κεφαλαίου. Στην επεξεργασία και άσκηση πολιτικής στην κοινωνία του κεφαλαίου. Ολοι όσοι προεκλογικά, αλλά και μετά τις εκλογές έβαζαν αυτό το ζήτημα, της ανάδειξης δηλαδή μιας «αριστερής» κυβέρνησης και το κάλεσμα της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων για την ανάδειξη μιας τέτοιας κυβέρνησης, στο ερώτημα σε όφελος ποιας τάξης θα λειτουργεί και θα δρα αυτή η κυβέρνηση, απαντούσαν: Θα πάρει μέτρα ανακούφισης του λαού από τις συνέπειες της κρίσης. Αλλά εδώ προκύπτει επίσης το ερώτημα: Μπορεί μια κυβέρνηση στον καπιταλισμό να τον διαχειρίζεται σε όφελος του λαού; Πολύ περισσότερο, σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης, που καταστρέφει παραγωγικές δυνάμεις, καταστρέφει δηλαδή και εργατική δύναμη, με την ανεργία, τη φτώχεια, την εξαθλίωση να απλώνονται με γεωμετρική πρόοδο, και ταυτόχρονα το κεφάλαιο να πασχίζει να σωθεί από την καταστροφική δύναμη της κρίσης; Δηλαδή τη στιγμή που πασχίζουν οι καπιταλιστές, οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι να διατηρήσουν πάση θυσία τις επιχειρήσεις τους - και σ' αυτό συμβάλλει και η αντεργατική αντιλαϊκή πολιτική που μειώνει μισθούς, διευκολύνει τις απολύσεις, επιβάλλει ελαστικές εργασιακές σχέσεις, όπως π.χ. η εκ περιτροπής εργασία, έτσι που σε συνθήκες μειωμένης κερδοφορίας να μπορούν να πάρουν μέτρα αντισταθμίσματος της χασούρας των κερδών τους από την πάμφθηνη εργατική δύναμη, καταναλώνοντας δηλαδή ολοένα και μικρότερο μέρος του κεφαλαίου για πληρωμή των εργατών...
Επομένως και σ' αυτό το ζήτημα εκφράζεται η οξύτατα ανειρήνευτη ταξική αντίθεση καπιταλιστών - εργατικής τάξης. Αλλωστε μια κυβέρνηση, με δεδομένη την ιδιοκτησία των καπιταλιστών, είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει πολιτική ενίσχυσης της κερδοφορίας τους αφού νόμος κίνησης της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι ο νόμος του κέρδους. Πολιτική κόντρα σ' αυτό το νόμο σημαίνει καταστροφή του κεφαλαίου. Επομένως, μια κυβέρνηση, ακόμη και με συμμετοχή του Κομμουνιστικού Κόμματος, σε αστικές συνθήκες, αντικειμενικά δεν μπορεί να εφαρμόσει πολιτική κόντρα στους νόμους που κινούν αυτή την κοινωνία, κόντρα στο νόμο του κέρδους. Να γιατί λέμε ότι η συμμετοχή του ΚΚΕ σε κυβέρνηση είναι στρατηγικό ζήτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, συμμετοχή του ΚΚΕ σε κυβέρνηση και με το κράτος και την οικονομία στα χέρια των αστών σημαίνει ότι το ΚΚΕ αλλάζει στρατηγική και γίνεται κόμμα αστικής διαχείρισης, άρα απεμπολεί τον ταξικό πολιτικό αγώνα για να πάρει η εργατική τάξη την εξουσία, και υποτάσσει την ίδια την εργατική τάξη στους καπιταλιστές, και το κίνημά της σε μέσο διαιώνισης του καπιταλισμού. Γιατί μέσω αστικοκοινοβουλευτικών εκλογών ανατροπή του καπιταλισμού δε γίνεται. Με μια τέτοια ενέργεια θα καλλιεργούσε όμως αυτήν την αυταπάτη. Οχι συγκέντρωση των δυνάμεων για ρήξη - ανατροπή, αλλά εκλογές για ανάδειξη κυβέρνησης που θα διαχειρίζεται την καπιταλιστική κοινωνία για να εφαρμόζει τάχα πολιτική υπέρ της εργατικής τάξης, του λαού!...
Τα περί κρίκων και μεταβατικών στιγμών
Υπάρχουν δυνάμεις που αυτοαποκαλούνται αριστερές όπως η ΚΟΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες που έβαζαν το στόχο ανατροπής των αντιλαϊκών κυβερνήσεων με ένα πρόγραμμα που δε θα είναι πρόγραμμα εργατικής εξουσίας, αλλά μιας κυβέρνησης η οποία θα εφαρμόσει πρόγραμμα ανακούφισης του λαού, και μάλιστα τη θεωρούσαν ως εφαλτήριο για την εργατική εξουσία ή μεταβατικό στάδιο συγκέντρωσης των δυνάμεων για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Βεβαίως, στην πορεία η ΚΟΕ την εγκατέλειψε, γιατί αφομοιώνεται στο ΣΥΡΙΖΑ, η δε ΑΝΤΑΡΣΥΑ εγκατάλειψε φραστικά την κυβέρνηση, χωρίς να εγκαταλείψει την ουσία της. Για παράδειγμα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην επιστολή της προς το ΚΚΕ και το ΣΥΡΙΖΑ για συνεργασία των αριστερών δυνάμεων, που δημοσίευσε το ΠΡΙΝ στις 11 Μάρτη 2012, έβαζε το ζήτημα ως εξής: «Οι πολιτικοί "άξονες" για την κοινή αριστερή και αγωνιστική δράση που προτείνει σε ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, στην ανατρεπτική Αριστερά και σε όλα τα αγωνιζόμενα ρεύματα και δυνάμεις, είναι οι παρακάτω: Ανατροπή των μνημονίων, των κυβερνήσεων του κεφαλαίου, της ΕΕ και του ΔΝΤ. Παύση πληρωμών προς τους πιστωτές, μη αναγνώριση και διαγραφή του χρέους. Εθνικοποίηση - κρατικοποίηση όλων των τραπεζών και των μεγάλων, στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, χωρίς αποζημίωση, με εργατικό και λαϊκό έλεγχο. Εξοδος από το ευρώ, την ΟΝΕ και την ΕΕ. Ριζική μείωση του χρόνου εργασίας, σταθερή εργασία με αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις, εισόδημα εργαζομένων και λαού σε βάρος των κερδών του κεφαλαίου» προτείνοντας τη συγκρότηση «ενός αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής της αντιδραστικής επίθεσης του κεφαλαίου, της ΕΕ, του ΔΝΤ και των κυβερνήσεών τους».
Ουσιαστικά, χωρίς να το λέει, πρότεινε μια κυβέρνηση διαχείρισης σε αστικά πλαίσια, μιλώντας ταυτόχρονα για «ρήξη και ανατροπή της αντιδραστικής επίθεσης του κεφαλαίου» αλλά αυτή η ρήξη έφτανε μέχρι την αναδιανομή «σε βάρος των κερδών του κεφαλαίου» και όχι κατάργησή τους. Αρα άφηνε άθικτη την ιδιοκτησία του κεφαλαίου. Ετσι όμως καλείς την εργατική τάξη, το λαό, με την ψήφο, να αναδείξουν μια κυβέρνηση που θα θεωρούν ότι είναι φιλολαϊκή, με την αυταπάτη οτι θα μπορεί εφαρμόζει πολιτική ενάντια στα κέρδη του κεφαλαίου, άρα υπονόμευσής του, αλλά αντικειμενικά δε θα μπορεί να το κάνει, άρα δε θα μπορεί να είναι φιλολαϊκή.
Προβάλλουν την άποψη ότι μια τέτοια κυβέρνηση, με το παραπάνω πλαίσιο ώς πρόγραμμα θα είναι σε όφελος της εργατικής τάξης, των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων, γιατί θα παλεύει να το εφαρμόσει, αλλά στην ανειρήνευτη ταξική αντίθεση «καπιταλιστές-εργατική τάξη», «μονοπώλια-λαός», η λύση υπέρ της μιας ή της άλλης τάξης σημαίνει σύγκρουση. Αρα απαιτεί ανάλογο συσχετισμό δυνάμεων. Που σημαίνει ότι αυτός ο συσχετισμός δυνάμεων έχει διαμορφωθεί μέσα από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης υπέρ της εργατικής τάξης και του κόμματός της. Αρα θα έχει ήδη εκφραστεί μέσα από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης στο εργατικό κίνημα. Δηλαδή οργανωμένη εργατική τάξη, σχεδόν καθολικά, συμμαχία με τα πρωτοπόρα τμήματα των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, όργανα πάλης της συμμαχίας, ανάπτυξη αγώνων με όρους μαζών σε αντιμονοπωλιακή αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, διαμορφωμένη δηλαδή συνείδηση και έκφραση στην πράξη, ανατρεπτική.
Υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα έστω ενδείξεις οτι το εργατικό κίνημα, η ταξική πάλη αναδεικνύει μία τέτοια πραγματικότητα; «Είναι φανερό ότι οι αγώνες που αναπτύχθηκαν δεν μπόρεσαν να δώσουν μεγαλύτερο βάθος και σταθερότητα στο ριζοσπαστισμό, καθώς δεν απέκτησαν τη μαζικότητα και κυρίως την οργάνωση και τον πολιτικό προσανατολισμό που απαιτούν οι συνθήκες. Αν και το λαϊκό κίνημα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια είχε σημαντική άνοδο και κινητοποιήσεις πανευρωπαϊκής απήχησης, δεν είχε ούτε τον προσανατολισμό ούτε τη μαζικότητα - οργανωτικότητα, ώστε άμεσα να απειλεί την αστική εξουσία του κεφαλαίου», εκτιμά η ΚΕ του ΚΚΕ στην Απόφαση για το εκλογικό αποτέλεσμα του Ιούνη. Και σ' αυτό δεν υπάρχει άλλη εκτίμηση.
Ορισμένοι «αριστεροί» μιλούν για την αναγκαιότητα προβολής του ζητήματος της κυβέρνησης σε αστικές συνθήκες και της κατάκτησής της ως μια «στιγμή» στη μεταβατική διαδικασία για την επανάσταση, για την εργατική εξουσία. Αυτή η τακτική είναι η ίδια που παρουσιάσαμε πιο πάνω με παράδειγμα την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Και είναι λογική που υποτάσσει τη στρατηγική στην εξυπηρέτηση ενός στόχου, συγκέντρωσης δυνάμεων στη γραμμή του ΚΚΕ λένε κάποιοι, αλλά τελικά οδηγεί στο ρεφορμισμό, αφού αντικειμενικά στο όνομα μιας εκλογικής αναμέτρησης καλείς την εργατική τάξη να επιλέξει κυβέρνηση αστικής διαχείρισης, δηλαδή συγκέντρωση δυνάμεων σε κυβέρνηση στα πλαίσια του καπιταλισμού. Αυτό απαντά και στην άποψη που λέει ότι ναι μεν η εποχή είναι εποχή του ιμπεριαλισμού, του ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού, ναι μεν δεν υπάρχει ενδιάμεσος κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός, αλλά άλλο το αντικειμενικό στοιχείο με βάση το χαρακτήρα της εποχής, άλλο η πολιτική που θα ωριμάζει τον υποκειμενικό παράγοντα, δηλαδή τη συνείδηση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της για την ανατροπή του καπιταλισμού. Και εδώ το ζήτημα της κυβέρνησης, λένε, είναι κρίκος. Αλλά είναι κρίκος ενίσχυσης του κυβερνητισμού και των αυταπατών ότι με κοινοβουλευτική διαδικασία μπορεί να γίνονται ρήξεις μέσα στον καπιταλισμό και μέσω αυτής της διαδικασίας στην πορεία να αφαιρεθεί η ιδιοκτησία και η εξουσία από τα μονοπώλια. Αντικειμενικά αυτός ο κρίκος είναι κρίκος υποβιβασμού της ταξικής συνείδησης και κατά συνέπεια ταξικής πάλης στο μέτρο και στο επίπεδο διατήρησης του συστήματος.

πηγή ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Για τις εκλογές στο αστικό σύστημα

 
Οι βουλευτικές εκλογές, όπως και οι εκλογές για την Τοπική και Περιφερειακή Διοίκηση, για το Ευρωκοινοβούλιο, είναι μια πολιτική μάχη ανάμεσα σε κοινωνικές δυνάμεις με διαμετρικά αντίθετα συμφέροντα. Διεξάγονται, όμως, με τους όρους και τη δύναμη εξουσίας της τάξης των καπιταλιστών πρώτ' απ' όλα απέναντι στην εργατική τάξη που υφίσταται την άμεση εκμετάλλευσή της. Ταυτόχρονα, η εξουσία των καπιταλιστών εκφράζεται καταπιεστικά, έμμεσα εκμεταλλευτικά, σε σημαντικό βαθμό καταστροφικά απέναντι σε μεγάλο μέρος αγροτών, μικροεμπόρων, βιοτεχνών και άλλων αυτοαπασχολούμενων βιοπαλαιστών, ακόμα και αυτοαπασχολούμενων επιστημόνων.
Με άλλα λόγια, οι βουλευτικές εκλογές είναι μια πολιτική μάχη που το αποτέλεσμά της είναι προδιαγεγραμμένο ως προς το συσχετισμό για την εξουσία ανάμεσα στις δύο βασικές και αντίθετες τάξεις, την καπιταλιστική και την εργατική. Σε τελευταία ανάλυση, από το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών δεν μπορεί να προκύψει ανατροπή της εξουσίας των καπιταλιστών, κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη.
Βέβαια, το κόμμα της εργατικής τάξης, το ΚΚΕ στην Ελλάδα, δεν υποτιμά την αξιοποίηση αυτής της πολιτικής μάχης που αντικειμενικά οδηγεί στη σύνθεση αστικών οργάνων, π.χ. του Εθνικού ή Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στην εκλογή δημάρχων και στη σύνθεση των Δημοτικών ή Περιφερειακών Συμβουλίων. Αξιοποιεί τη συμμετοχή των αντιπροσώπων του σε αυτά τα όργανα, για να αποκαλύπτει τον αντιλαϊκό χαρακτήρα τους, να ασκεί πίεση προς όφελος των εργατικών - λαϊκών συμφερόντων. Αξιοποιεί και την προεκλογική δράση και τη βουλευτική δύναμή του για πιο άμεση πρόσβαση σε μεγάλους χώρους δουλειάς, για πλατιά προβολή των θέσεών του, για την ενθάρρυνση των μισθωτών, του βιομηχανικού προλεταριάτου να οργανωθεί, ν' αναπτύξει ταξικούς αγώνες. Ταυτόχρονα, το ΚΚΕ γνωρίζει και αποκαλύπτει τα «όρια» αυτής της συμμετοχής. Αυτά τα θεσμικά όργανα, λιγότερο ή περισσότερο, δεν είναι τα κύρια που συγκεντρώνουν το σύνολο της αστικής εξουσίας: απόφασης, εκτέλεσης, καταναγκασμού στην εφαρμογή. Από τον ίδιο το χαρακτήρα τους, τις νομοθετημένες λειτουργίες τους, η «δικαιοδοσία» τους μπορεί ν' ανασταλεί, αν η σύνθεση και η δράση τους έρθει σε αμφισβήτηση με το χαρακτήρα τους ως θεσμών εξασφάλισης των συμφερόντων, της εξουσίας του κεφαλαίου.(...)
Η απάτη της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας
Το Εθνικό Κοινοβούλιο - βέβαια και στην Ελλάδα - εμφανίζεται στη συνείδηση λαϊκών δυνάμεων ως πιο «αντιπροσωπευτικό» όργανο, που ανάλογα με την ποσοστιαία αντιπροσώπευση ταξικά διαφορετικών δυνάμεων μπορεί να διαμορφώνει μια συνισταμένη συγκερασμού διαφορετικών ταξικών συμφερόντων.
Αυτή είναι η μεγάλη απάτη της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Στηρίχτηκε στην ανάγκη της καπιταλιστικής κοινωνίας ν' απελευθερώσει τον άμεσο παραγωγό από οποιαδήποτε άλλη εξάρτηση φυσικού καταναγκασμού εκτός από τον οικονομικό καταναγκασμό του κεφαλαίου. Σε πολιτικό επίπεδο αυτό αντιστοιχούσε στην τυπική «ελευθερία» των «ελεύθερων» μισθωτών να στέλνουν τους δικούς τους αντιπροσώπους στο Εθνικό Κοινοβούλιο. Το γεγονός ότι η εργατική τάξη συγκροτήθηκε ως αυτοτελής πολιτική δύναμη εδώ και ενάμιση αιώνα, αντικειμενικά υποχρέωνε την αστική εξουσία όχι μόνο να διαμορφώσει τα δικά της όργανα καταστολής, αλλά και τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και του κοινοβουλίου, με τρόπο που να αφομοιώνουν εργατικά κόμματα. Η αστική εξουσία δεν ήταν δυνατό να ακυρώνει την «τυπική» ελευθερία της εργατικής τάξης με παρατεταμένη νομική απαγόρευση του κόμματός της, ακόμα και σε συνθήκες σχετικά «ειρηνικής» περιόδου.
Αυτή τη μεγάλη απάτη της αστικής δημοκρατίας υπηρετεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως κύριος φορέας του οπορτουνισμού στην Ελλάδα, ο οποίος προεκλογικά υποστήριζε ότι το σημαντικό διακύβευμα ήταν αν η Ελλάδα θα έχει ένα Σύνταγμα που θα θεσμοθετήσει αλλαγές που θα βαθαίνουν τη δημοκρατία, ενώ χαρακτήρισε το εκλογικό αποτέλεσμα ως «ειρηνική επανάσταση».
Το Σύνταγμα, η κορωνίδα του καπιταλιστικού Δικαίου, σε οποιοδήποτε αστικό κράτος, προβλέπει και κατοχυρώνει την αναστολή της λειτουργίας οποιουδήποτε «αντιπροσωπευτικού» οργάνου, του ίδιου του κοινοβουλίου, αν η λειτουργία του αποσταθεροποιεί ή αμφισβητεί την καπιταλιστική ιδιοκτησία, τη νομική της κατοχύρωση, την εξασφάλισή της με μέσα καταστολής. Αυτήν την πλευρά του Συντάγματος υπερασπίζονται υπηρέτες της καπιταλιστικής εξουσίας, όπως ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, επιτιθέμενοι στο ΚΚΕ. Λόγω αυτής της ουσίας της δικτατορίας του κεφαλαίου, ανεξάρτητα από τη μορφή του πολιτικού συστήματός της, στην ιστορία των καπιταλιστικών κρατών, στην ιστορία των αστικών κοινοβουλίων, δεν υπάρχει κανένα παράδειγμα αλλαγής του χαρακτήρα του κοινοβουλίου από όργανο καπιταλιστικής εξουσίας σε όργανο εργατικής - λαϊκής εξουσίας. Δεν υπάρχει κανένα παράδειγμα υποταγής των καπιταλιστών στη θέληση - απόφαση εργατικών αντιπροσώπων στη Βουλή, επειδή κέρδισαν μεγάλο ποσοστό στο κοινοβούλιο.
Να θυμίσουμε ότι τυπικά παρουσιάστηκαν τέτοιες περιπτώσεις που στο κοινοβούλιο απέκτησαν την πλειοψηφία κόμματα που αρχικά εμφανίστηκαν ως εργατικά. Αυτά ήταν τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας. Εμφανίστηκαν καταστάσεις που «σοσιαλιστικά», «σοσιαλδημοκρατικά», κομμουνιστικά κόμματα απέκτησαν την πλειοψηφία των κοινοβουλευτικών εδρών (στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία κ.λπ.) ή ανέδειξαν «πρόεδρο της Δημοκρατίας» (π.χ. στην Ιταλία, στη Χιλή). Σε καμία περίπτωση, όμως, αυτή η κοινοβουλευτική πλειοψηφία και η ανάδειξη ανάλογης κυβέρνησης ή η ανάδειξη «Προέδρου της αστικής Δημοκρατίας» δεν έγινε εφαλτήριο για την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη. Ούτε καν αποτέλεσαν «όαση» στην έρημο της καπιταλιστικής επίθεσης. Οποτε έγιναν κάποιες παραχωρήσεις, ήταν αποτέλεσμα της συνδυασμένης επίδρασης δύο βασικών παραγόντων: Αφ' ενός λόγω ενός ιστορικά διαμορφωμένου ευνοϊκότερου συσχετισμού προς όφελος της εργατικής τάξης και της πάλης για το σοσιαλισμό, που είχε προκύψει από επαναστάσεις, αφ' ετέρου γιατί, κατά κάποιον τρόπο, ήταν γενικευμένη ανάγκη για την αναπαραγωγή του συνολικού κεφαλαίου. Γι' αυτό, άλλωστε, τέτοιες παραχωρήσεις έγιναν και από κυβερνήσεις φιλελεύθερων αστικών κομμάτων κι όχι κυρίως λόγω σύμπραξης σοσιαλδημοκρατικών ακόμα και κομμουνιστικών κομμάτων.
Εκείνο που υπάρχει ως γενικευμένο ιστορικό προηγούμενο είναι η ενσωμάτωση των «εργατικών» αντιπροσώπων στη θέληση - απόφαση, στην κυριαρχία του κεφαλαίου, μέσα κι έξω από τη Βουλή, η μετάλλαξη του εργατικού κόμματος σε αστικό κόμμα, η στήριξη του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού. Αυτή είναι η ιστορία της λεγόμενης σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και του «ευρωκομμουνισμού».
Η ζημιά που κάνει ο οπορτουνισμός
Η ιδεολογική σύγχυση, που επέφερε η μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας σε αστικό κόμμα διακυβέρνησης με οργανωμένη εργατική βάση, με επιρροή στο συνδικαλιστικό κίνημα, συνοδεύτηκε από διάφορα ρεύματα, δεξιά οπορτουνιστικά, αριστερίστικα άρνησης συμμετοχής στην «κοινοβουλευτική ειρήνη», αλλά και μεσοβέζικα συμβιβαστικά - κεντρώα, ανεξάρτητα από τον τίτλο τους που μπορεί και να είχε κομμουνιστικό επίθετο.
Διαμορφώθηκε ευρύ φάσμα οπορτουνιστικών ρευμάτων από τη σοσιαλδημοκρατία των αρχών του 20ού αιώνα έως τα νεότερα οπορτουνιστικά ρεύματα που αναπτύχθηκαν ακόμα και μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα εξουσίας, τις διαφορετικές αστικές επιδράσεις που δέχονταν διαφορετικά ΚΚ (π.χ. διαφορετικής κατεύθυνσης αστικές - οπορτουνιστικές επιδράσεις στο ΚΚΣΕ απ' ό,τι στο ΚΚ Κίνας μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο). Τυποποιήθηκε όλο αυτό το φάσμα με το χαρακτηρισμό «αριστερά», υποδηλώνοντας κοινή ταξική και ιδεολογική αφετηρία. Βέβαια, τυποποιήθηκε και εξαιτίας λαθεμένης στρατηγικής κομμουνιστικών κομμάτων, λαθεμένης πολιτικής συμμαχιών με τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας ή και με διάχυση των δυνάμεων του ΚΚ σε σχήματα συνεργασίας, π.χ. του ΚΚΕ στην ΕΔΑ τις δεκαετίες 1950 και 1960 ή με προγραμματική συμφωνία με την «Ελληνική Αριστερά» (μετεξέλιξη του οπορτουνιστικού «ΚΚΕ εσωτερικού») και τη συγκρότηση του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου» (1989).
Ετσι, ο όρος «αριστερά» καταγράφηκε να υπονοεί την οποιαδήποτε αναφορά κριτικής σε περιόδους όξυνσης των αντιθέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας, ιδιαίτερα σε περίοδο οικονομικής κρίσης, την οποιαδήποτε νύξη υπέρ κάποιας ή κάποιων κρατικοποιήσεων (εθνικοποιήσεων) στο έδαφος του καπιταλισμού, τάση που κυριάρχησε μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εξυπηρετώντας την ανασυγκρότησή του.
Η οπορτουνιστική μετάλλαξη κομμουνιστικών κομμάτων, δηλαδή η απάρνηση του επαναστατικού ιστορικού ρόλου της εργατικής τάξης, η επιλογή της ταξικής συνεργασίας, η απολυτοποίηση του πολιτικού αγώνα μέσα από το κοινοβούλιο, η άμεση πολιτική - ακόμα και κυβερνητική - συνεργασία με την αστικοποιημένη σοσιαλδημοκρατία, οδήγησε στο ιδεολογικό και πολιτικό τσουβάλιασμα του κομμουνιστικού κινήματος με διαφορετικά οπορτουνιστικά ρεύματα και ταυτόχρονα αποψίλωσε τον όρο «αριστερά» από όποιον πραγματικό σύγχρονο αντιμονοπωλιακό ριζοσπαστισμό.
Συνέφερε την αστική εξουσία η ομαδοποίηση κομμουνιστικών κομμάτων με οπορτουνιστικά υπό τη γενική κατηγορία «αριστερά». Αυτό το φαινόμενο το ζήσαμε κατά κόρον στην πρόσφατη προεκλογική περίοδο, αλλά και κατά την εκτίμηση των εκλογικών αποτελεσμάτων. Δεν ήταν τυχαίο που τόσο τα αστικά κόμματα (ΝΔ, ΛΑ.Ο.Σ., ΠΑΣΟΚ), οι φανεροί υπηρέτες του αστικού κατεστημένου (δημοσιογράφοι, οικονομολόγοι, στατιστικολόγοι, καθηγητές ΑΕΙ κ.λπ.), όσο και οι πολιτικοί φορείς του οπορτουνισμού και του μικροαστισμού, επέμεναν να καταγράφουν, να παρουσιάζουν το ΚΚΕ ως πολιτική δύναμη ιδεολογικά συγγενή προς τον ΣΥΡΙΖΑ, τη «Δημοκρατική Αριστερά», ακόμα και τους Οικολόγους. Δεν είναι τυχαίο ότι επιμένουν να συγκρίνουν την εκλογική απόδοση του ΣΥΡΙΖΑ με εκείνη του ΚΚΕ.
Πολύ καλά γνώριζαν και γνωρίζουν ότι χώριζε και χωρίζει προγραμματικό χάος το ΚΚΕ από τις προαναφερόμενες πολιτικές δυνάμεις, ότι η πολιτική πρόταση του ΚΚΕ βρίσκεται σε σύγκρουση και ανατροπή του καπιταλισμού κι όχι σε γραμμή «διαχείρισης, εξωραϊσμού του», όπως πρεσβεύει ο ΣΥΡΙΖΑ και άλλα κόμματα που αυτοπαρουσιάζονται ως αριστερά. Ετσι, ένα ευρύτατο φάσμα αστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων από κοινού εγκαλούσε το ΚΚΕ γιατί απέρριπτε την «αντιμνημονιακή» ή «αριστερή» πολιτική και κυβερνητική συνεργασία.
Τόσο από την καθαρά αστική πλευρά όσο και από την οπορτουνιστική αξιοποιούνταν η μεγάλη αντιφατικότητα που καταγραφόταν στις διαθέσεις της πλειοψηφίας των εργατικών και λαϊκών μαζών: Από τη μια μεριά, μετά από τριάντα χρόνια εγκλωβισμού ευρύτατων εργατικών και λαϊκών δυνάμεων στο ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ και την εναλλάξ διακυβέρνησή τους, διαμορφώθηκε ρεύμα απεγκλωβισμού τους λόγω του ότι και τα δύο αστικά κόμματα ηγήθηκαν σε μέτρα απόλυτης εξαθλίωσης, στηρίζοντας τις συμφωνίες διαχείρισης του δημόσιου χρέους με την ΕΕ και το ΔΝΤ. Από την άλλη μεριά, η ανοδική τάση στην ανάπτυξη ταξικών αγώνων δεν έχει ακόμα αντιστρέψει τον αρνητικό συσχετισμό πρώτ' απ' όλα στο συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα. Δεν έχει ακόμα περιθωριοποιήσει τον εργοδοτικό - κυβερνητικό συνδικαλισμό που κυριαρχεί στις ΓΣΕΕ - ΑΔΕΔΥ, σε σημαντικό μέρος εργατικών Ομοσπονδιών και Κέντρων, ακόμα και σε πρωτοβάθμια, επιχειρησιακά σωματεία, παρά κάποιους σημαντικούς θύλακες, όπως τον οκτάμηνο απεργιακό αγώνα στην «Ελληνική Χαλυβουργία». Το εργατικό κίνημα δεν έχει ακόμα ανασυνταχθεί, ώστε να εκφράζει ένα πλειοψηφικό, μαχητικά οργανωμένο ρεύμα, συνειδητοποιημένο ως προς την ανάγκη της σκληρής ταξικής πάλης, ικανό για κλιμακούμενη σύγκρουση με τους καπιταλιστές και με τους θεσμούς της εξουσίας τους με στόχο την κατάργησή τους, την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας.
Σε αντιστοιχία και τα κινήματα φτωχών αγροτών και αυτοαπασχολούμενων δεν είναι ακόμα μαζικά συγκροτημένα σε σαφή αντιμονοπωλιακή πάλη με πλήρη εγκατάλειψη παλιών και νέων οργανώσεων, στις οποίες κυριαρχεί ο συντεχνιασμός και ηγούνται οι καπιταλιστές. Εξακολουθεί να είναι ζητούμενο η ανασύνταξη και του λαϊκού κινήματος στην κατεύθυνση της συντονισμένης πάλης με το εργατικό κίνημα για ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων, συμπόρευση με το εργατικό κίνημα για την κατάκτηση της εργατικής - λαϊκής εξουσίας.
Αυτή η αντιφατικότητα της παρούσας κατάστασης, από την άποψη του συσχετισμού δυνάμεων, όπως ήταν αναμενόμενο, καταγράφηκε και στα αποτελέσματα των κοινοβουλευτικών εκλογών.

πηγή ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ-ΚΟΜΕΠ

21ο ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΔΙΗΜΕΡΟ ΤΗΣ ΚΝΕ


Πανελλαδικό αντάμωμα στα χνάρια της Ιστορίας του ΚΚΕ

Το Σαββατοκύριακο 7 και 8 Ιούλη γίνεται το Διήμερο της ΚΝΕ με κατασκήνωση στο Νεστόριο της Καστοριάς


Από το μαγευτικό χώρο της κατασκήνωσης περνάει ο ποταμός Αλιάκμονας
Με σύνθημα «Αγώνας - Ρήξη - Ανατροπή. Η Ιστορία γράφεται με πάλη ταξική», πραγματοποιείται στις 7 και 8 Ιούλη, το 21ο Αντιιμπεριαλιστικό Διήμερο της ΚΝΕ. Πρόκειται για ένα πανελλαδικό αντάμωμα νέων από όλη την Ελλάδα που φέτος για τέταρτη φορά θα γίνει στο Νεστόριο της Καστοριάς.

Tο Διήμερο της ΚΝΕ αποτελεί ακόμα μια ευκαιρία για τα μέλη και τους φίλους της Οργάνωσης ώστε να γνωρίσουν την Ιστορία του επαναστατικού κινήματος στην Ελλάδα, σε συνδυασμό με τη γνωριμία και τη διαμονή σε ένα από τα πιο όμορφα μέρη της χώρας. Είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί και δεν πρόκειται να γίνει ποτέ στα πλαίσια του αστικού σχολείου και της αστικής εκπαίδευσης. Αυτή η γνωριμία, ωστόσο, υπερβαίνει μια απλή γνώση ιστορικών γεγονότων και προσώπων. Είναι πηγή έμπνευσης, πηγή άντλησης διαχρονικών διδαγμάτων, μελέτης των νομοτελειών της ταξικής πάλης. Μέσα από την επαφή με την Ιστορία του ΚΚΕ και του εργατικού - λαϊκού κινήματος, αντλούμε δύναμη και αισιοδοξία, πίστη για την πάλη μας στο σήμερα.
Τα συμπεράσματα από την Ιστορία του ΚΚΕ είναι όπλο για τα μέλη της ΚΝΕ
Ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ) έχει αποτελέσει μέχρι σήμερα και συνεχίζει να αποτελεί βασικό στόχο κατασυκοφάντησης από τις κάθε λογής αντιδραστικές δυνάμεις της χώρας. Τα όσα γράφτηκαν και γράφονται από τους νικητές του 1949 επιβεβαιώνουν απόλυτα την ορθότητα και το βαθύτερο νόημα της φράσης του Λένιν ότι: «Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει "αμερόληπτη" κοινωνική επιστήμη σε μια κοινωνία χτισμένη πάνω στην ταξική πάλη».

Στο χώρο θα λειτουργεί έκθεση ντοκουμέντων
Αυτή η προπαγάνδα κατασυκοφάντησης του ΔΣΕ αποτελεί ένα από τα πιο προσφιλή όπλα της αστικής τάξης, προκειμένου να στείλει στο πυρ το εξώτερον την ταξική πάλη της εργατικής τάξης και προπαντός την πολιτική πάλη για την ανατροπή της εξουσίας των καπιταλιστών και την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας, του σοσιαλισμού - κομμουνισμού. Προκειμένου να φρενάρει όσο γίνεται την κοινωνική απελευθέρωση και την κατάργηση της εκμετάλλευσης, την κίνηση της Ιστορίας προς τα μπρος. Αλλωστε, η εποχή του ιμπεριαλισμού είναι εποχή της άκρατης αντίδρασης, της κρίσης και των πολέμων, αλλά και της σοσιαλιστικής επανάστασης. Και το ξέρουν καλά οι κεφαλαιοκράτες.
Ετσι προσπάθησαν και προσπαθούν να μπολιάσουν τις λαϊκές και νεανικές συνειδήσεις με τον αντικομμουνισμό και να σβήσουν από τις μνήμες τα ιδανικά και τις αξίες της πάλης για «να έρθει ανάποδα ο ντουνιάς», για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Επιδιώκουν να τσακίσουν κάθε ιδέα και δράση για την ανατροπή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και εξουσίας προκειμένου να κρατούν τις λαϊκές δυνάμεις, τη νεολαία, χειραγωγημένες στην αστική ιδεολογία και πολιτική, στη διαχείριση του συστήματος της ταξικής εκμετάλλευσης και της κρίσης του. Υποταγμένες και συμφιλιωμένες με το κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό. Ταυτόχρονα, επιδιώκουν να τσακίσουν στις συνειδήσεις την ένοπλη πάλη, η οποία αποτελεί μέρος της εξέλιξης της ταξικής πάλης, με δεδομένο ότι η αντιδραστική εκμεταλλευτική τάξη που είναι στην εξουσία οδηγεί σε ένοπλη βία κατά της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, καλεί σε εξωτερική επέμβαση, προκειμένου να τη διατηρήσει.

Το μνημείο που έστησε η ΚΕ του ΚΚΕ για το Δημοκρατικό Στρατό πάνω από τη Λυκόρραχη
Οι εκμεταλλευτές, οι παρατρεχάμενοι και οι καλοπληρωμένες πένες τους, οι ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί και οι ενώσεις τους χτυπούν την Ιστορία και την ιδεολογία της ταξικής πάλης, επειδή ακριβώς ανησυχούν για το μέλλον της ταξικής κυριαρχίας τους.
Φοβούνται την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Παίρνουν προληπτικά μέτρα, ώστε να μην μπορέσει η εργατική τάξη να συνειδητοποιήσει την κοινωνική θέση και την ιστορική αποστολή της. Ο φόβος τους για το μέλλον είναι που στρέφει την ιδεολογική τους επίθεση κατά της νεολαίας. Θέλουν να αποπροσανατολίσουν και τελικά να ελέγξουν, να εντάξουν στους σχεδιασμούς τους τη ζωντάνια και τη δημιουργικότητα, τις αγωνιστικές διαθέσεις της. Αξιοποιούν για αυτό κάθε ρεφορμιστική και οπορτουνιστική δύναμη, τον εθνικισμό, την καλλιέργεια φόβου και αυταπατών.
Τα συμπεράσματα από την Ιστορία του ΚΚΕ είναι όπλο στα χέρια των μελών και των φίλων της ΚΝΕ, για να αντιμετωπίσουν τη λαθολογία και τη συκοφαντική επίθεση που έχει εξαπολύσει το κεφάλαιο σε βάρος της Ιστορίας του Κόμματος, επικεντρώνοντας, όπως είναι φυσικό, στις κορυφαίες στιγμές της ταξικής πάλης στην Ελλάδα και στους ηγέτες που συνδέθηκαν με αυτές, ιδιαίτερα στον ένοπλο αγώνα του ΔΣΕ, που ταρακούνησε συθέμελα την αστική εξουσία.
Η δράση του ΔΣΕ αποτελεί την κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα. Το αστικό κράτος γνώρισε τον πιο μεγάλο μέχρι σήμερα κίνδυνο για την ίδια την ύπαρξή του. Το λαϊκό κίνημα εκείνων των χρόνων βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα: Υποταγή ή οργάνωση της πάλης και αντεπίθεση; Επέλεξε το δεύτερο δρόμο, όπως κάθε λαός που αρνείται να δεχτεί την ταπείνωση και τον εξανδραποδισμό. Δεν ταίριαζαν αυτά στους αγωνιστές των ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ που μόλις είχαν απελευθερώσει την Ελλάδα με το τουφέκι στο χέρι, που έσωσαν το λαό από την πείνα και την υποδούλωση. Θα είναι αιώνιο το αίσχος, η βρωμιά και η ατίμωση για την αστική τάξη και τους υποτακτικούς της, που σε κείνες τις κρίσιμες στιγμές παράτησε το λαό. Αλλοι έφυγαν στο εξωτερικό, άλλοι συμμάχησαν με τον κατακτητή και άλλοι λούφαξαν. Οσοι βγάζουν άναρθρες κραυγές για τους εθνικιστές και ότι δήθεν πολέμησαν, προσπαθούν να ξεπλύνουν αυτή την αιώνια ντροπή.


Το δρόμο της αντίστασης, σε άλλες συνθήκες, επέλεξε το ΚΚΕ και στα χρόνια που ακολούθησαν την ήττα του ΔΣΕ. Στις φυλακές και στις εξορίες, στα εκτελεστικά αποσπάσματα και στην παρανομία, στη νομιμότητα αργότερα και μέχρι σήμερα. Μπόρεσε να σταθεί όρθιο στις αρνητικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν διεθνώς και στο ίδιο το ΚΚΕ το 1989-1991. Ορθιο στέκεται και σήμερα παρά τον πολύμορφο πόλεμο και την πίεση για να προσαρμοστούμε στο σύστημα, να συμμετάσχει το Κόμμα σε μια κυβέρνηση διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης, να κάνει υποχωρήσεις έξω και πέρα από τις επαναστατικές αρχές και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Η πολιτική γραμμή, οι θέσεις και η δράση του ΚΚΕ αποτελούν και σήμερα την ελπίδα, τη μήτρα της αντίστασης και της οργάνωσης της λαϊκής αντεπίθεσης. Αυτή είναι η προσφορά του ΚΚΕ σήμερα, έτσι διασφαλίζεται η αγωνιστική ιστορική συνέχεια, η αταλάντευτη προσήλωση στα δίκια του λαού και στην επαναστατική αποστολή του.
Στον ορεινό όγκο του Γράμμου
Το 21ο Διήμερο πραγματοποιείται στην περιοχή που έχει συνδεθεί με τις κορυφαίες στιγμές της δράσης του ΚΚΕ και της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, στο Γράμμο. Στον ορεινό όγκο του Γράμμου συνδυάζονται αρμονικά το μεγαλείο της φύσης, η ασύλληπτη ομορφιά των βουνών αυτών, με το μεγαλείο του ανθρώπου, την Ιστορία του ΔΣΕ. Ο ορεινός όγκος της βόρειας Πίνδου είναι ασύγκριτης ομορφιάς με πλούσια χλωρίδα και πανίδα. Η σπάνια αυτή ομορφιά φέρνει πάνω της τα «σημάδια» από την τρίχρονη εποποιία των μαχητών και μαχητριών του ΔΣΕ. Η κορύφωση της δράσης του, που αγκάλιασε όλη την Ελλάδα και η τελική αναμέτρηση δόθηκαν σε αυτά τα μέρη. Κάθε κορφή, κάθε πέτρα και κάθε δέντρο του Γράμμου είναι ένα κομμάτι της χρυσής ιστορίας και του ηρωισμού του ΔΣΕ.
Η κατασκήνωση θα πραγματοποιηθεί στο Νεστόριο. Το Νεστόριο βρίσκεται 25 χλμ δυτικά από την Καστοριά. Στο σημείο που βρίσκεται ο Αλιάκμονας διαμορφώνει μια κοιλάδα σπάνιας ομορφιάς. Το μέρος αυτό που σε μαγεύει με την ομορφιά του, είναι το ίδιο με αυτό που υπεράσπισαν σκληρά οι μαχητές του Γράμμου για 70 μέρες, όσο κράτησε η μεγάλη μάχη του Γράμμου, το καλοκαίρι του '48. Στον τομέα Νεστορίου, ο κυβερνητικός στρατός συγκέντρωσε συνολική δύναμη πάνω από 55.000 φαντάρους ενώ οι μαχητές του ΔΣΕ δεν ξεπέρασαν τους 1.500. Το σχέδιο του αστικού στρατού προέβλεπε πως 2 μεραρχίες του, η μία από βορρά και η άλλη από το νότο, θα σχημάτιζαν λαβίδα κατά μήκος των συνόρων για να εγκλωβίσουν τις δυνάμεις του ΔΣΕ. Οι επιτελείς του αστικού στρατού υπολόγιζαν πως σε μια εβδομάδα θα τα έχουν καταφέρει. Η αποφασιστική αντίσταση των μαχητών του ΔΣΕ στον τομέα Νεστορίου σμπαράλιασε τα σχέδιά τους. Στις 15 Ιούνη του '48 ο αστικός στρατός άρχισε να σφυροκοπά τις θέσεις του ΔΣΕ στον τομέα με μαζική χρήση πυροβόλων και αεροπορίας. Στις 16 χτυπά σε όλο το μήκος του μετώπου: Στη Φτεριά, στο Ακόντιο, στο Νικολέρι και σε άλλα σημεία. Στην Κοπάνκα τα βράχια έλιωσαν από τα περίπου 2.000 βλήματα που ρίχτηκαν εκεί, αλλά το ύψωμα κρατήθηκε από τον ΔΣΕ. Ο σχεδιασμός του αστικού στρατού προέβλεπε ότι από τις πρώτες μέρες θα είχε καταληφθεί όλη η περιοχή μέχρι την Αλεβίτσα. Το σχέδιο έμεινε στα χαρτιά. Η 15η μεραρχία του αστικού στρατού αποσύρθηκε για επανεκπαίδευση, ενώ η 3η ορεινή ταξιαρχία της αποσύρθηκε ύστερα από σοβαρές απώλειες. Δεκαπέντε μέρες μετά την έναρξη των επιχειρήσεων ο αντιστράτηγος Κιτριλάκης γράφει πως οι δυνάμεις του αστικού στρατού δεν είχαν προχωρήσει «ούτε κατά εν σχεδόν βήμα».
Οι πολιτικές εκδηλώσεις του Διημέρου
Το απόγευμα του Σαββάτου 7 Ιούλη το πρόγραμμα περιλαμβάνει επίσκεψη στο Βατοχώρι Φλώρινας. Εκεί θα γίνει συγκέντρωση και αποκαλυπτήρια της προτομής του υποστράτηγου του ΔΣΕ Νίκου Θεοχαρόπουλου (Σκοτίδα). Θα μιλήσει ο Κώστας Σταμπολίδης, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και Γραμματέας της Οργάνωσης Περιοχής Δυτικής Μακεδονίας του ΚΚΕ.
Ο κομμουνιστής αγωνιστής Νίκος Θεοχαρόπουλος (Σκοτίδας) αναδείχτηκε σε μια από τις μορφές της ΕΑΜικής Αντίστασης και του ΔΣΕ, πρότυπο λαϊκού ηγέτη. Σκοτώθηκε στις 11 Αυγούστου του 1949, στο ύψωμα του χωριού Βατοχώρι στο Βίτσι. Ηταν επικεφαλής του Γραφείου Επιχειρήσεων του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ. Μετά το Βατοχώρι, οι εκδηλώσεις θα συνεχιστούν το βράδυ του Σαββάτου στο χώρο της κατασκήνωσης στο Νεστόριο.
Την Κυριακή 8 Ιούλη οι κατασκηνωτές θα αναχωρήσουν από το Νεστόριο και θα μεταβούν στη Λυκόρραχη (Κεφαλοχώρι) της Κόνιτσας, εκεί όπου το 2006 το ΚΚΕ έστησε ένα μνημείο - σύμβολο για το μεγαλείο των μαχητών του ΔΣΕ. Στη Λυκόρραχη θα μιλήσει ο Θοδωρής Χιώνης, Γραμματέας του ΚΣ της ΚΝΕ.
Από τη νέα Λυκόρραχη, το σημερινό Κεφαλοχώρι, όπου βρίσκεται και το μνημείο για τους μαχητές του ΔΣΕ, όσοι θα πάρουν μέρος στο Διήμερο θα έχουν τη δυνατότητα να μάθουν για τα περίφημα «Πατώματα», που με τη στρατηγική τους θέση επέτρεπαν σε όποιον τα κατείχε να έχει τον έλεγχο ουσιαστικά σε βασικές προσβάσεις του Γράμμου. Εκεί, οι μαχητές του ΔΣΕ κατάφεραν με καλή προετοιμασία, παρά τον αρνητικό συσχετισμό σε οπλισμό και έμψυχο δυναμικό, να δώσουν ένα καλό μάθημα στον αστικό στρατό, οι επιτελείς του οποίου διατείνονταν ότι είναι αδύνατη η κατάληψη αυτού του οχυρού. Οι μαχητές του ΔΣΕ, αφού κατάφεραν να ανατρέψουν διαδοχικά τις τρεις γραμμές άμυνας του εχθρού, έδωσαν μάχες σώμα με σώμα για να πάρουν τα «Πατώματα». Είναι χαρακτηριστική η φράση του διοικητή του 1ου Τάγματος του ΔΣΕ, ο οποίος πέφτοντας χτυπημένος από βλήμα όλμου είπε: «Μην ξεχάσετε την υπόσχεση που δώσατε. 'Η παίρνουμε απόψε τα Πατώματα ή πεθαίνουμε». Η υπόσχεση έγινε πράξη. Ηταν Μάης του 1949 όταν ο ΔΣΕ, μετά το μεγάλο ελιγμό στο Βίτσι, ολοκλήρωσε την ανακατάληψη του Γράμμου.
Χρήσιμες οδηγίες για τους κατασκηνωτές
Οι ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν στο Διήμερο μπορούν να δηλώνουν συμμετοχή στις κατά τόπους Οργανώσεις της ΚΝΕ.
Η κόκκινη νεανική κατασκήνωση του Διημέρου θα στηθεί στο δημοτικό κάμπινγκ του Νεστόριου. Εκεί στο χώρο της κατασκήνωσης θα λειτουργεί έκθεση με ιστορικά ντοκουμέντα και υλικά. Πρόκειται για έναν οργανωμένο χώρο που διαθέτει όλες τις βασικές υποδομές (τουαλέτες, ντους, ιατρείο, 3 ταβέρνες - μπαρ).
Οι κατασκηνωτές χρειάζεται να διαθέτουν σκηνή, υπνόσακο, καπέλο, αθλητικά παπούτσια, ρουχισμό για πιο χαμηλές θερμοκρασίες, κυρίως για τη νύχτα, όπως και αδιάβροχο.
Από το χώρο της κατασκήνωσης περνάει ο πανέμορφος Αλιάκμονας. Σε συγκεκριμένα σημεία του ποταμού υπάρχει η δυνατότητα για μπάνιο στα δροσερά νερά του. Γιατί, εξάλλου, το Διήμερο συνδυάζει άψογα τον αγωνιστικό του χαρακτήρα με τον ψυχαγωγικό και εκδρομικό του χαρακτήρα.




Προτάσεις αυτομόρφωσης


Το πρόγραμμα του Διημέρου
Παρασκευή

10 μ.μ. Λαϊκό - ρεμπέτικο γλέντι με τοπικό συγκρότημα.
Σάββατο
10 π.μ. Τουρνουά με αγώνες μπάσκετ.
1 μ.μ. Παραδοσιακό γλέντι με χάλκινα.
5.30 μ.μ. Αναχώρηση για το Βατοχώρι Φλώρινας.
7 μ.μ. Η εκδήλωση στο Βατοχώρι, με ομιλητή τον Κώστα Σταμπολίδη, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ.
9.30 μ.μ. Εκδήλωση στην κατασκήνωση στο Νεστόριο - αφιέρωμα στο ΔΣΕ με αντάρτικα τραγούδια και ποίηση.
10.30 μ.μ. Ρεμπέτικο - λαϊκό γλέντι με το συγκρότημα της ΚΝΕ.
Κυριακή
10 π.μ. Αναχώρηση για τη Λυκόρραχη.
12 το μεσημέρι Εκδήλωση στη Λυκόρραχη (Κεφαλοχώρι) με ομιλητή τον Θοδωρή Χιώνη, Γραμματέα του ΚΣ της ΚΝΕ.



πηγή ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Τα όργανα της ΚΝΕ προτείνουν στα μέλη και τους φίλους της Οργάνωσης, με αφορμή το Διήμερο, μια πλούσια βιβλιογραφία από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» για αυτομόρφωση:
  • «Γράμμος: Στα βήματα του ΔΣΕ, ιστορικός - ταξιδιωτικός οδηγός».
  • «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ - Β' τόμος».
  • Τρ. Γεροζήσης, «Επίλεκτο απόσπασμα της 1ης μεραρχίας ΔΣΕ. Φλωράκης - Μπελογιάννης - Παπαγεωργίου».
  • «Τρίχρονη εποποιία του ΔΣΕ».
  • Γ. Τρικαλινός, «292 μέρες μετά το Γράμμο - Βίτσι».
  • Τρ. Γεροζήσης, «Ανταρτόπουλο στο ΔΣΕ».

Αμύθητος πλούτος και απέραντη φτώχεια στο σάπιο καπιταλισμό

 

Ενώ οι Κροίσοι καπιταλιστές παίζουν στα χρηματιστήρια τον πλούτο που παράγουν οι εργαζόμενοι, δισεκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούν να επιβιώσουν
Eurokinissi
«Αυτοί που αρπάνε το φαΐ από το τραπέζι κηρύχνουν τη λιτότητα.
Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα ζητάν θυσίες.
Οι χορτάτοι μιλάν στους πεινασμένους για τις μεγάλες εποχές που θα ΄ρθουν».
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Η φτώχεια παγκοσμίως χτυπάει κόκκινο, ενώ ολοένα και περισσότερες ορδές «νεόπτωχων» κυρίως στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες προσθέτονται στον παγκόσμιο πληθυσμό των εξαθλιωμένων. Ενας πληθυσμός που κάποτε ήταν στοιβαγμένος στον κάποτε αποκαλούμενο Τρίτο Κόσμο που μετά μετατράπηκε στον υπανάπτυκτο Νότο. Τώρα οι «τρίτοι κόσμοι» είναι εκτός των τειχών των κρατών σε όλο τον κόσμο, καθώς η καπιταλιστική κρίση λειτούργησε ως επιταχυντής.
Η πρόσφατη κοινή έκθεση της εταιρείας Capgemini και της Royal Bank of Canada είναι αποκαλυπτική όσον αφορά την «κατανομή» του πλούτου στον πλανήτη παρά τις σχετικές ανακατατάξεις που καταγράφονται, καθώς ο αριθμός των ανθρώπων που ανήκουν στην κατηγορία HNWT - πρόκειται για την κατηγορία που διαθέτει περιουσιακά στοιχεία άνω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων που ανά πάσα στιγμή μπορεί να ρευστοποιηθούν και να επενδυθούν - μειώθηκε σχετικώς με εξαίρεση τη Μέση Ανατολή.
Πρόκειται για μερικές διαφοροποιήσεις καθώς, σύμφωνα με την έκθεση, η περσινή χρονιά χαρακτηρίζεται η πλέον «ρευστή» την τελευταία 15ετία και ως βασική αιτία αναφέρεται «η έντονη ανησυχία για το ενδεχόμενο η κρίση στην Ευρωζώνη να ρίξει τη σκιά της σε ορισμένες από τις πιο ισχυρές οικονομίες».
Συσσώρευση πλούτου στα χέρια λίγων

Οι άστεγοι πολλαπλασιάζονται και στην Αθήνα
Icon
Σύμφωνα με την παραπάνω μελέτη, σχεδόν το σύνολο των πιο πλούσιων ατόμων του κόσμου ζει στη Βόρεια Αμερική, στην Ευρώπη και στις πλούσιες χώρες της Ασίας και του Ειρηνικού, ενώ περίπου 11 εκ. εκατομμυριούχοι υπήρχαν σε ολόκληρο τον κόσμο το 2011, με τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και τη Γερμανία να συγκεντρώνουν το 53,3% των πλουσίων σε όλη την υφήλιο.
Η συνολική περιουσία και των 11 εκατ. εκατομμυριούχων υπολογίζεται στα 35 τρισ. ευρώ με το 2011 να καταγράφει για πρώτη φορά μετά το 2008 μείωση της τάξης του 1,7%. Οι μεγιστάνες της Β. Αμερικής, όπως ο Ουόρεν Μπάφετ ή ο Μπιλ Γκέιτς, ελέγχουν τα 9 τρισ. ευρώ εξ αυτών, ενώ οι Ασιάτες πολυεκατομμυριούχοι 8,5 τρισ. ευρώ.
Η χώρα που φέρεται ότι έχει δεχτεί το πιο μεγάλο «πλήγμα» στον πληθυσμό των «Κροίσων» της ήταν η Ινδία που το 2011, για πρώτη φορά μετά την κρίση του 2008, είδε τον αριθμό των εκατομμυριούχων της να ελαττώνεται δραστικά κατά 32%, λόγω κάμψης των τιμών των μετοχών και χαμηλότερης ζήτησης για αγαθά και υπηρεσίες από τους καταναλωτές σε όλον τον κόσμο.
Συγκεκριμένα, στη Βόρεια Αμερική (ΗΠΑ και Καναδάς) ζουν 3,35 εκατομμύρια πλούσιοι, αριθμός μειωμένος κατά 1,2% σε σχέση με το 2010 και με σχετικά μειωμένο πλούτο, 11,4 τρισεκατομμύρια δολάρια μειωμένος κατά 2,3% σε σχέση με το 2010. Στην Ευρώπη, τα αντίστοιχα στατιστικά διαμορφώνονται σε 3,2 εκατομμύρια πλούσιοι (αύξηση κατά 1,2% με πλούτο 10,1 τρισ. δολάρια (μείωση κατά 1,1%) ενώ στην Ασία και τον Ειρηνικό ο αριθμός των πλουσίων αυξήθηκε κατά 1,6% σε 3,31 εκατομμύρια αν και ο πλούτος που συγκεντρώνουν υπέστη μία ελαφριά μείωση 1,1%.
Αναλόγως, κατά 2,7% αυξήθηκε ο αριθμός των πλουσίων στη Μέση Ανατολή (0,5 εκατομμύρια) και με συγκεντρωμένο πλούτο στα χέρια τους 1,7 τρισ. δολάρια, κατά 3% στην Αφρική (0,1 εκατομμύρια άνθρωποι με πλούτο 1,1 τρισ. δολάρια) και κατά 5,4% στη Λατινική Αμερική, η οποία κατέχει το απόλυτο ρεκόρ για την περίοδο 2010-'11, με πρώτο «βιολί» τη Βραζιλία. Μόλις σε 500.000 ανθρώπους αντιστοιχεί επενδυτέος πλούτος 7,1 τρισ. δολαρίων - ήτοι 14,2 εκατ. δολάρια κατά μέσο όρο στον καθένα, όταν το αντίστοιχο ποσό στις ΗΠΑ είναι 3,4 εκατομμύρια και στην Ευρώπη 3,16 εκατ. Η άλλη περιοχή στην οποία παρατηρούνται αναλόγως μεγάλες στρεβλώσεις, είναι η Αφρική...
Οι δύο αυτές περιοχές του πλανήτη είναι και οι πλέον χαρακτηριστικές όσον αφορά την ανισότητα στα εισοδήματα, ενώ η έκθεση του ΔΝΤ στα τέλη του 2011 εκφράζει την «ανησυχία» ότι επιπλέον 23 εκατομμύρια άνθρωποι θα προστεθούν - στην Αφρική, στην Ασία, στην περιοχή του Ειρηνικού - στο συνολικό αριθμό των φτωχών πολιτών, εφόσον ξεσπάσει «άμεσα μια οικονομική κρίση ικανή να πλήξει και τις πλούσιες οικονομίες του πλανήτη», όπως ακριβώς αυτή που πλήττει σήμερα την Ευρωζώνη.
«Αν το ανωτέρω σενάριο για τη διεθνή ανάπτυξη επαληθευτεί, τότε στα κράτη όπου υφίστανται οι χαμηλές αμοιβές, έως τον Δεκέμβριο του '12 επιπλέον 23 εκατ. άνθρωποι θα γίνουν φτωχοί», επισημαίνεται στην έκθεση και κατατίθεται επίσης μία «υπόθεση εργασίας» στο πλαίσιο της οποίας «η παρατεταμένη κρίση της παγκόσμιας οικονομίας απολήγει σε μια μαζική στροφή επενδυτών στην εκμετάλλευση των παγκόσμιων πρώτων υλών»: «Σε αυτήν την περίπτωση, ακριβαίνουν μεν απότομα πετρέλαιο και τρόφιμα», όμως από την άλλη μεριά «δεν επακολουθεί ξανά όπως έγινε στα τέλη του '08 κύκλος ύφεσης για την παγκόσμια οικονομία. Με τη διαφορά,ότι προστίθενται στους φτωχούς άλλα 31 εκατομμύρια άνθρωποι». Και ως φτωχοί σύμφωνα με το ΔΝΤ ορίζονται όσοι ζουν με λιγότερα από 1,25 δολ. Αμερικής, καθημερινά.
«Παγκοσμιοποίηση» της φτώχειας
Ο χάρτης του πλούτου, καθώς και οι προειδοποιήσεις του ΔΝΤ που επιβεβαιώνονται μέχρι στιγμής, αναγκαστικά συνθέτουν ακόμη έναν πίνακα. Αυτόν της παγκόσμιας φτώχειας για τον οποίο καμία εταιρεία δεν έχει κάνει, ακόμη, κάποια συνολική έρευνα παρότι έχει φυσικά τη δική του κρίσιμη αξία για τους πλούσιους «επενδυτές», καθώς σταδιακά εδώ και χρόνια μετατρέπονται σε «φτηνά εργατικά χέρια» και οι εργαζόμενοι στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Βασική αιτία οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, που προωθούνται εδώ και χρόνια όπως:
  • Κλείσιμο των βιομηχανικών μονάδων και μεταφορά τους σε χώρες χαμηλού εργατικού κόστους . Με την ευρύτατη εισαγωγή της τεχνολογίας, από τη δεκαετία του 1980 κατέστη δυνατή και η μεταφορά των πλέον ειδικευμένων βιομηχανικών μονάδων.
  • Απελευθέρωση της αγοράς εργασίας με την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και του κατώτατου μισθού. Εκ παραλλήλου με την επιβολή της εργασίας εκ περιτροπής ή της μερικής απασχόληση και εισαγωγή της δυνατότητας νόμιμης χρήσης της εποχιακής εργασίας.
  • Τροποποίηση του φορολογικού συστήματος με αύξηση φορολογικών συντελεστών με το επιχείρημα της ενδυνάμωσης των κρατικών εσόδων.
  • Μείωση των κοινωνικών δαπανών στην εκπαίδευση και την υγεία, για την εξοικονόμηση πόρων για την εξόφληση του χρέους.
  • Ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων με το επιχείρημα της βελτίωσης των δημόσιων οικονομικών.
Η «παγκοσμιοποίηση» της φτώχειας ακολούθησε τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου και σε συνδυασμό με την ανεργία, ανά χώρα και σε παγκόσμιο επίπεδο γίνεται ο κύριος μοχλός πίεσης για την ελαχιστοποίηση του κόστους παραγωγής σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ορισμένα εκ των τρανταχτών παραδειγμάτων αυτής της παγκοσμιοποίησης της φτώχειας, πέρα από τις τραγικές καταστάσεις που βιώνουν δισεκατομμύρια άνθρωποι στην Αφρική, την Ασία και την Λατινική Αμερική είναι και τα παρακάτω.
Στις ΗΠΑ που εξακολουθεί να κρατά τα σκήπτρα της συσσώρευσης πλούτου:
  • Για το 2010, 46.200.000 Αμερικανοί ζούσαν κάτω από το επίσημο όριο της φτώχειας, αριθμός που αντιστοιχεί στο 15,1% του πληθυσμού. Πρόκειται για αύξηση της τάξης του 27% από το 2006, όταν ο πληθυσμός αυξήθηκε μόλις κατά 3,3%.
  • Ενα στα πέντε παιδιά ζει σε συνθήκες φτώχειας στις ΗΠΑ και σχεδόν τα μισά από αυτά (9,3%) ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Επιπλέον, 19 εκατομμύρια Αμερικανοί ζουν σήμερα σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, που σημαίνει ότι το οικογενειακό εισόδημά τους είναι μικρότερο από το μισό του επίσημου ορίου της φτώχειας που είναι μηδαμινό: Περίπου 11.000 δολάρια το χρόνο για μια τετραμελή οικογένεια.
  • Οσοι δεν έχουν ασφάλιση και υγειονομική περίθαλψη για το 2011 έχουν φτάσει τα 52 εκατομμύρια.
  • Περίπου 16 εκατομμύρια νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα εξαναγκάζονται να πληρώνουν πολύ περισσότερο για ενοίκιο ή παροχή δημοσίων υπηρεσιών και κοινής ωφέλειας από το όριο που έχει τεθεί ως «προσιτό» σε ομοσπονδιακό επίπεδο.
  • Πάνω από 4 εκατομμύρια Αμερικανοί δηλώνουν ότι είναι άνεργοι για περισσότερο από 12 μήνες, ο πραγματικός αριθμός των ανέργων και αναγκαστικά υποαπασχολούμενων υπολογίζεται να είναι 25.000.000, ενώ αναμένεται ότι οι «νέοι φτωχοί» να αυξηθούν και άλλο και θα αυξάνονται τουλάχιστον μέχρι το 2017.
Στη Γερμανία με την επιβολή της Ατζέντας 2010, από τον πρώην σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ ολοένα και περισσότεροι Γερμανοί αντιμετωπίζουν σήμερα το φάσμα της φτώχειας, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία από την Ομοσπονδιακή Στατιστική υπηρεσία Destatis.
  • Το ποσοστό όσων ολισθαίνουν στη φτώχεια από 15,2% του πληθυσμού τη διετία 2007 - 2008 άγγιξε το 15,5% τη διετία 2008 - 2009, ενώ η έκθεση αποτυπώνει τη συνεχή άνοδο του ποσοστού μετά τη δεκαετία του 1980. Το 2011 το 20% των Γερμανών βρίσκονταν κάτω από το όριο της φτώχειας. Φτωχός χαρακτηρίζεται στη Γερμανία όποιος έχει μηνιαίο εισόδημα μικρότερο του 60% του μέσου μισθού, το οποίο αντιστοιχεί στα 781 ευρώ. Εάν πρόκειται για οικογένεια με δύο παιδιά, το αντίστοιχο ποσό κυμαίνεται στα 1.750 ευρώ.
  • Μεταξύ των φτωχών, ποσοστό 57% τη δεκαετία του 1980 έζησε σε κατοικία με επιδοτούμενο από το κράτος ενοίκιο ενώ σήμερα έχει εκτοξευτεί στο 65%.
  • Ποσοστό 30% που ζει με 929 ευρώ - δηλαδή το μέσο μισθό - το μήνα ή λιγότερο δεν μπορεί να προμηθευτεί σε καθημερινή βάση ένα γεύμα. Εξάλλου, ποσοστό 16% δεν μπορεί να θερμάνει κατάλληλα την κατοικία του.
  • Περίπου 7 εκατομμύρια εργαζόμενοι αμείβονται με περίπου 400 ευρώ, δηλαδή με σχεδόν τα μισά από όσο το επίσημο όριο της φτώχειας. Πρόκειται κατά κύριο λόγο για απασχολούμενους σε θέσεις εργασίας «μίνι απασχόλησης» των οποίων οι κανόνες είναι σαφείς: Οι μηνιαίες αποδοχές απαγορεύεται αυστηρά να υπερβούν τα 400 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι αν π.χ. μια εργασία πληρώνεται 5 ευρώ την ώρα, ο εργαζόμενος επιτρέπεται να δουλέψει 80 ώρες το μήνα.
Στη Βραζιλία, το «νέο οικονομικό θαύμα» ή τη νέα υπερδύναμη του 21ου αιώνα, η έκθεση της CEBRAP (Brazilian Centre for Analysis and Planning) που δημοσίευσε πριν μερικές ημέρες η βρετανική εφημερίδα «Γκάρντιαν» είναι άκρως διαφωτιστική όσον αφορά την πραγματική Βραζιλία, όπου σημειώνει ότι ναι μεν τα μέσα εισοδήματα έχουν αυξηθεί και συνδυάζονται με τη μεγαλύτερη πρόσβαση στις κοινωνικές υπηρεσίες, γεγονός που έχει σημάνει τη μερική μείωση της ακραίας ένδειας, ωστόσο την ίδια στιγμή η «ανάπτυξη της Βραζιλίας έχει προκαλέσει διεύρυνση του χάσματος και δομικές ανισότητες τέτοιες που διαιρούν τη βραζιλιάνικη κοινωνία». Σύμφωνα με την έκθεση, τουλάχιστον 16 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε κατάσταση έσχατης φτώχειας σχεδόν διπλάσιος αριθμός περίπου 40 εκατομμύρια ή το 21,4% του πληθυσμού, διαβιώνει κάτω από όριο φτώχειας που ορίζει η Παγκόσμια Τράπεζα.
Επίσης, τεράστιος είναι ο αριθμός των κοινωνικά περιθωριοποιημένων - αυτοαπασχολούμενοι, μαύρη εργασία, παραοικονομία, υπηρέτες και εργαζόμενοι που δεν πληρώνονται - που σύμφωνα με τα στοιχεία αντιστοιχούν στο 40% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.
Οσον αφορά στη γεωργία, που αποτελεί έναν από τους πυλώνες της βραζιλιάνικης οικονομίας, το 84,8% της συνολικής αγροτικής παραγωγής είναι συγκεντρωμένη στο 8,1% των μεγαλογαιοκτημόνων και επιχειρηματιών, αφήνοντας 4.000.000 αγροτικές καλλιέργειες και μικροεπιχειρήσεις να προσπαθούν να επιβιώσουν με έσοδα λιγότερα από το διπλάσιο του μηνιαίου μισθού.
Στην Ελλάδα, επίσης εν μέσω καπιταλιστικής κρίσης διευρύνεται η ανεργία που φτάνει και επίσημα το 22% και αυξάνει η εξαθλίωση και η φτώχεια, με 20.000 πλέον άστεγους, συσσίτια και εκατομμύρια εργαζόμενους να παλεύουν για την επιβίωση ακόμα και όταν έχουν δουλειά.


πηγή ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ