ΤΑΞΙΚΑ ΕΝΕΡΓΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ

ΤΑΞΙΚΑ ΕΝΕΡΓΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΜΕ ΟΡΑΜΑ ΤΗΝ ΛΑΪΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ
"AMAT VICTORIA CURAM"="H ΝΙΚΗ ΑΠΑΙΤΕΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ"
για επικοινωνία και για τις αναρτήσεις,
τις σκέψεις και τις γνώμες σας,στο: predatorus_preda@easy.com

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Η ταξική θέση στην κοινωνική συνείδηση: αντινομίες της συνδικαλιστικής δράσης των πανεπιστημιακών


Η απεργία σε θολό πολιτικό τοπίο

Ο βαθμός συμμετοχής σε μια απεργία, πόσο μάλλον σε μια απεργία διαρκείας, όπως αυτή του συλλόγου διδασκόντων του Πανεπιστημίου Αιγαίου, δείχνει το βαθμό συνειδητοποίησης ενός επαγγελματικού κλάδου αλλά και το βάθος των αιτημάτων που μπορεί να θέσει. Συνάρτηση αυτών των παραγόντων είναι και το μέσο αγώνα που θα επιλέξει κανείς. Το να θέτεις όλα τα αιτήματα χωρίς μια συμπαγή απεργιακή βάση, σε καθιστά αν μη τι άλλο αναξιόπιστο. Εδώ είναι εμφανής η αναντιστοιχία, καθώς από τη μια έχουμε μια ισχνή κοινωνική βάση (μέρος των πανεπιστημιακών), και από την άλλη την επιλογή ενός δυναμικού μέσου που η χρησιμοποίησή του θα μπορούσε να στηρίξει αιτήματα που αφορούν ολόκληρη την ακαδημαϊκή κοινότητα αν όχι ολόκληρη την κοινωνία. Και πραγματικά ενώ στην αρχή τα αιτήματα διακρίνονταν για τον μαξιμαλιστικό τους χαρακτήρα (κατάργηση του μνημονίου, υπεράσπιση του δημόσιου πανεπιστημίου, κατάργηση των νόμων για τα συμβούλια διοίκησης, μισθολογικά, θέσεις συμβασιούχων διδασκόντων κ.λπ.), συνεπώς θα μπορούσε σ' αυτό το επίπεδο να δικαιολογηθεί η επιλογή του μέσου, η διατήρηση και μόνο των θέσεων συμβασιούχων διδασκόντων (ΠΔ 407/80) οδήγησε τελικά -με δεδομένη την περιορισμένη συμπαράσταση των φοιτητών και των άλλων εργαζομένων- στην αναδίπλωση και στην αναστολή της απεργίας. Πέρα από την αναντιστοιχία απεργιακής βάσης και μέσου, καταδείχτηκε επίσης η ανυπαρξία ενός σαφούς πολιτικού πλαισίου για να «σηκώσει» αιτήματα που ξεφεύγουν από τα στενά αιτήματα ενός επαγγελματικού κλάδου και να συμβάλλει κατ' αυτόν τον τρόπο στη σύμπτυξη των αναγκαίων συμμαχιών.

MotionTeam
Χαρακτηριστικό της σύγχυσης που υπάρχει εδώ, είναι να αποδίδεται η σημερινή κατάσταση στο πανεπιστήμιο αποκλειστικά και μόνο στο Μνημόνιο. Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι από τη δεκαετία του '90 ξεκίνησε μια προσπάθεια «αναβάθμισης» του λυκείου με τη διοχέτευση ενός μεγάλου μέρους του μαθητικού πληθυσμού σε μη σταθερές δομές επαγγελματικής εκπαίδευσης (ΙΕΚ, ΚΕΚ κ.λπ.). Σε μεγάλο βαθμό αυτές «οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις» αποσκοπούσαν, μεταξύ άλλων, στη μεγαλύτερη ρευστοποίηση της ζωντανής εργασίας, ώστε αυτή να μεταφερθεί στις βιομηχανίες αιχμής και να συλληφθεί εκ νέου χωρίς όμως τις προστατευτικές δικλείδες του επαγγέλματος που όριζε κατά κάποιο τρόπο και το βαθμό εκμετάλλευσης. Κατ' αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να αντισταθμιστεί η «πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους» που προκύπτει από τη συνεχή υποκατάσταση και μετατροπή της ζωντανής εργασίας σε νεκρή (εκσυγχρονισμός των εξοπλισμών, εγκαταστάσεις, υποδομές κ.λπ.). Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έπρεπε επίσης να αρθούν συνταγματικές δεσμεύσεις που περιόριζαν τη μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση του δημόσιου αγαθού της εκπαίδευσης, όπως εξάλλου το ζητούσε από το 1999 η συμφωνία της Μπολόνια (3+2 έτη για Μπάτσελορ/Μάστερ). Προς το σκοπό αυτό επιχειρήθηκε η κατάργηση του άρθρου 16 του Συντάγματος εν μέσω μιας πρωτοφανούς εκστρατείας δυσφήμησης και απαξίωσης του δημόσιου πανεπιστημίου. Ουσιαστικά όλες αυτές οι κινήσεις που βρήκαν συνέχεια στους τελευταίους νόμους αποσκοπούσαν στην υπόσκαψη του δημόσιου πανεπιστήμιου ως παραγωγού αξιών χρήσης, ώστε το δημόσιο αγαθό της εκπαίδευσης να προσφέρεται πλέον με αγοραίους όρους, πράγμα που θα διεύρυνε, σε συνθήκες κρίσης, υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου τις ζωτικές του ευκαιρίες για να μην απαξιωθεί (βλ. επενδύσεις σε κερδοφόρα πεδία). Οπως βλέπουμε λοιπόν η κρίση έχει όνομα αλλά και αιτίες και θα ήταν πολιτικά αφελές το πρόβλημα να περιοριστεί στο Μνημόνιο. Σε κάθε περίπτωση όμως ακόμη και η άσκηση κεϋνσιανών πολιτικών προϋποθέτει, όπως έχει καταδειχτεί ιστορικά, ισχυρά συνδικάτα και ένα βαθμό συνδικαλιστικής και πολιτικής συνείδησης που τουλάχιστον θα έχει απαντήσει στο ερώτημα για το ποιος είναι ο εν δυνάμει σύμμαχος και ποιος ο αντίπαλος.

MotionTeam
Βεβαίως η δυσφήμηση του πανεπιστημίου αλλά και του Δημοσίου γενικότερα ως παραγωγού αξιών χρήσης συνιστά στρατηγική κίνηση από πλευράς του κεφαλαίου, καθώς κατ' αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι θα απολέσουν και τη μνήμη του δημόσιου αγαθού, το οποίο επειδή ικανοποιεί κοινωνικές ανάγκες, προσφέρεται χωρίς κέρδος εκτός αγοράς. Και δεν είναι μόνο ότι η εκποίηση των δημόσιων οργανισμών και της δημόσιας περιουσίας θα σημάνει την απεμπόληση μιας σύνθετης τεχνογνωσίας και της αντίστοιχης κοινωνικής εμπειρίας, -με την έννοια ότι μόχθησαν πολλοί εργαζόμενοι συλλογικά και ατομικά για να στηθούν οι δημόσιες υπηρεσίες, οι δημόσιοι οργανισμοί και τα πανεπιστήμια-, αλλά είναι επίσης και το γεγονός ότι οι νέες γενιές θα θεωρήσουν ως αυτονόητο ότι αυτά τα αγαθά και αυτές οι υπηρεσίες προσφέρονται μόνο στην αγορά και ως εμπορεύματα. Ωστόσο όλοι και όλες γνωρίζουμε ότι το εγχείρημα αυτό που αναπτύσσεται την τελευταία δεκαετία στη χώρα μας και απλά εντάθηκε τα τελευταία χρόνια, είναι συστατικό μέρος των ευρωπαϊκών πολιτικών για την πολιτική και νομισματική ένωση (βλ. Σύμφωνο Μάαστριχτ κ.λπ.).
Η ταξική θέση στην κοινωνική συνείδηση των πανεπιστημιακών
Μια άλλη παράμετρος αυτού του εγχειρήματος που ουσιαστικά νομιμοποίησε τους σημερινούς νόμους για την αναδιάρθρωση του πανεπιστημίου και τη σύνδεσή του με την αγορά, έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι πανεπιστημιακοί αποδέχτηκαν αγοραίες πρακτικές μέσα στα πανεπιστήμια. Πότε τέθηκε ζήτημα για τα δεκάδες μεταπτυχιακά προγράμματα που λειτουργούν με δίδακτρα και με προβληματική επιστημονική βάση σε αρκετά πανεπιστήμια; Από την οπτική αυτή, η αφαίρεση από τον τακτικό προϋπολογισμό των πανεπιστημίων των διδάκτρων στα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών (ΜΠΣ), όπως προβλέπεται στον αναθεωρημένο νόμο 4009/2011, «φαντάζει», τη στιγμή που ο ίδιος ο νόμος εισάγει υποχρεωτικά δίδακτρα στα ΜΠΣ, ως αντίφαση αλλά και ως μερική αποκατάσταση της εκπαίδευσης ως δημόσιου αγαθού. Πότε τέθηκε ζήτημα για το πώς διατίθενται τα κονδύλια του ΕΛΕ (Ειδικός Λογαριασμός Ερευνας), (κυρίως παρακρατήσεις από τα ευρωπαϊκά προγράμματα) σε πολλά πανεπιστήμια, στόχος του οποίου όφειλε να είναι η προαγωγή της βασικής έρευνας; Πότε τέθηκε ζήτημα, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, για τα προγράμματα ειδικής αγωγής, εκπαίδευσης εξ αποστάσεως κ.λπ. που προσφέρονται, χωρίς ακαδημαϊκή κατοχύρωση, με δίδακτρα από ομάδες πανεπιστημιακών, παρόλο που μέρος των συλλόγων ΔΕΠ έχουν ταχθεί κατά της εισαγωγής τους (Ν. 4009) και υπέρ της διατήρησης του Τμήματος ως γνωστικής μονάδας. Επομένως η άκριτη υπεράσπιση της αυτοδιοίκησης του πανεπιστημίου που ο νέος νόμος σχετικοποιεί, αποσιωπά το γεγονός ότι η ανάπτυξη αυτών των αγοραίων πρακτικών έγινε σε συνθήκες πλήρους αυτοδιοίκησης του πανεπιστημίου.
Αν οι πρακτικές αυτές αλλοιώνουν σ' ένα βαθμό την ταυτότητα των πανεπιστημιακών ως μισθωτών εργαζομένων, επομένως τίθεται ένα σοβαρό ζήτημα για το αν υπάρχει μια συνεκτική συνείδηση πανεπιστημιακού, το γεγονός ότι οι πανεπιστημιακοί αποτελούνται επίσης από ελεύθερους επαγγελματίες και εργοδότες (ιδιωτικά ιατρεία, νομικά γραφεία, γραφεία μελετών, παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, σύμβουλοι επιχειρήσεων κ.λπ.) αμφισβητεί έμμεσα το δίκαιο της απεργίας, πόσο μάλλον όταν αυτοί δεν έχουν περικοπή μισθού για τις ημέρες της απεργίας. Οπως αντιλαμβάνεται κανείς όλα αυτά πλήττουν την αξιοπιστία των πανεπιστημιακών ως επαγγελματικού κλάδου, εμφανίζοντας τα αιτήματά τους, όπως περίπου και των δικαστικών κ.ά., ως συντεχνιακά. Εκ των πραγμάτων λοιπόν, η αμφίσημη ταξική κατάσταση των πανεπιστημιακών διαμορφώνει επίσης μια αμφίσημη κοινωνική ταυτότητα που δυσκολεύει τον προσανατολισμό. Να πάνε με τους μισθωτούς εργαζόμενους ή, επικαλούμενοι το «λειτούργημά τους» και την ειδική θέση στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, -ειρήσθω εν παρόδω τα ειδικά μισθολόγια αφορούν επαγγελματικές κατηγορίες που απασχολούνται στους ιδεολογικούς και κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους- να πάνε με άλλες κοινωνικές ομάδες (ελεύθεροι επαγγελματίες, εργοδότες κ.ά.); Επειδή η κοινωνική θέση προσδιορίζει την κοινωνική συνείδηση, οι πανεπιστημιακοί που ζουν από το μισθό τους θα βρεθούν μάλλον στο πλευρό των άλλων μισθωτών εργαζομένων. Τότε όμως τα αιτήματα οφείλουν να προβάλλουν όχι το ειδικό αλλά το γενικό, αίροντας κατά κάποιο τρόπο «προνόμια» και εγωισμούς που ο υφιστάμενος καταμερισμός εργασίας γέννησε. Συνεπώς ενιαίο μισθολόγιο για όλους τους εργαζόμενους σύμφωνα με τις ανάγκες τους, καθώς για την κοινωνία όλες οι εργασίες είναι, ανεξάρτητα από το στάτους που τώρα απολαμβάνουν, το ίδιο αναγκαίες, ενώ δευτερευόντως, καθώς δε φτάσαμε ακόμη στην αταξική κοινωνία του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, οι αμοιβές θα μπορούσαν να είναι συνάρτηση των ικανοτήτων και των ειδικών προσόντων που μια θέση απαιτεί.
Ουσιαστικά από την εξέλιξη αυτής της σχέσης, θα εξαρτηθούν πολλά, τόσο για το πανεπιστήμιο ως χώρου αναστοχασμού και κριτικής που συνειδητά η εργαζόμενη κοινωνία έχει διαμορφώσει (βλ. ακαδημαϊκό άσυλο) -απ' όπου απορρέει εξάλλου η συνταγματική κατοχύρωση ενός «αυτόνομου» τρόπου εργασίας των πανεπιστημιακών- όσο και για το χαρακτήρα της εκπαίδευσης ως δημόσιου αγαθού. Αυτό όμως προϋποθέτει από τη μεριά των πανεπιστημιακών ένα στοιχειώδη βαθμό αυτογνωσίας καθώς όλοι οι παράμετροι ευνοούν την ανάπτυξη μιας ελιτίστικης αντίληψης ως κοινωνικής ομάδας. Συχνά μέρος των πανεπιστημιακών αντιλαμβάνονται τη γνώση ως προϊόν ατομικής εργασίας, ως ιδιοκτησία που κατά κάποιο τρόπο μπορούν να εμπορεύονται και να πουλούν (σε επιχειρήσεις, σε μεταπτυχιακά με δίδακτρα κ.λπ.), ξεχνώντας πως αυτή έχει παραχθεί συλλογικά και σε δημόσιες υποδομές και με δημόσιους πόρους. Οι πανεπιστημιακοί ξεχνούν επίσης πως και οι ίδιοι είναι αποτέλεσμα ενός κοινωνικού καταμερισμού εργασίας που βασίζεται στην αποειδίκευση της εργασίας και μεταφοράς της εδώ ενσωματωμένης τεχνογνωσίας και εμπειρίας σ' ένα μηχανισμό εκτός εργασίας, εκτός παραγωγής, στο εκπαιδευτικό σύστημα. Προϊόν αυτής της αντεστραμμένης συνείδησης είναι επίσης η αδυναμία τους να αναστοχαστούν και να αντικειμενοποιήσουν την κοινωνική τους θέση, αποδεχόμενοι ουσιαστικά τα «προνόμια» και το κοινωνικό στάτους (διάκριση, αναγνώριση κ.λπ.) που ο υφιστάμενος κοινωνικός καταμερισμός εργασίας τους προσφέρει.
Αν όμως και εξαιτίας της διαφορετικής θέσης των πανεπιστημιακών στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, η σύμπτυξη μιας κοινωνικής συμμαχίας με τους εργαζόμενους εκτός πανεπιστημίου, είναι ιδιαίτερα δύσκολη και απαιτεί γι' αυτό μια πολιτική συνείδηση, κάτι που υπερβαίνει τη στενή συνδικαλιστική δράση που αναπτύσσουν οι μισθωτοί εργαζόμενοι ως «πωλητές» της εργασιακής τους δύναμης (χειρωνακτικής, ειδικευμένης, διανοητικής εργασίας), είναι δυνατός ο συντονισμός με τους εργαζόμενους στο πανεπιστήμιο και μέσα από μια διακριτή σχέση και με τους φοιτητές. Στην κατεύθυνση αυτή η απεργία των διδασκόντων αναδεικνύει, εξαιτίας της ιδιοτυπίας της, περισσότερο το πρόβλημα, δημιουργώντας τους όρους για ένα καλύτερο συντονισμό όλων των παραγόντων της πανεπιστημιακής κοινότητας, παρά μπορεί να το λύσει. Αντίθετα μια απεργία διαρκείας, -απ' όσο είναι γνωστό μόνο ο σύλλογος διδασκόντων του Πανεπιστημίου Αιγαίου και οι εργάτες της Ελληνικής Χαλυβουργίας βρέθηκαν σε απεργίες διαρκείας το τελευταίο διάστημα-, προϋποθέτει ένα αυξημένο βαθμό (δια)κλαδικής συνειδητοποίησης (π.χ. πανεκπαιδευτικό μέτωπο) και μια πλατιά απεργιακή βάση με το αντίστοιχο αγωνιστικό φρόνημα. Δηλαδή η απεργία διαρκείας είναι το αποτέλεσμα μιας κλιμάκωσης συνειδήσεων, μέσων και αγώνων. Αν αυτά δεν υπάρχουν, η απεργία εκφυλλίζεται ως μέσο εργατικού αγώνα. Βεβαίως όπως γνωρίζει ο καθένας οι χαλυβουργοί για όλο το διάστημα που απεργούσαν δεν πληρώνονταν και ζούσαν από την αλληλεγγύη των άλλων εργαζομένων. Μ' αυτή την έννοια η απεργία διαρκείας στην Ελληνική Χαλυβουργία αποτελεί, σαφώς με αποκλίσεις, το ιδεότυπο μιας απεργίας (διαρκείας) και προσδιορίζει επίσης το ποιος είναι απεργός και ποιος απεργοσπάστης.
Επομένως μια απεργία διαρκείας των πανεπιστημιακών διευρύνει μάλλον την απόσταση ανάμεσα σ' αυτούς και τους άλλους εργαζόμενους στο πανεπιστήμιο (διοικητικοί, επιστημονικό-τεχνικό προσωπικό κ.ά.), τόσο επειδή δεν υπάρχει απώλεια μισθού για τις ημέρες της απεργίας, όπως συμβαίνει με τις απεργίες των διοικητικών αλλά και των άλλων εργαζομένων παρόλο που έχουν τον ίδιο εργοδότη -ώστε να υπάρχει υλικό διακύβευμα, επομένως να καταδειχτεί και ο βαθμός συνειδητοποίησης του κλάδου- όσο και επειδή η «άνεση» με την οποία αυτές αποφασίζονται, υποδεικνύουν μια διάθεση για διάκριση εκείνων που εξαιτίας της θέσης τους στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας βιώνουν την απόσταση από την ανάγκη «ελευθεριακά», υποδεικνύοντας έμμεσα στους άλλους εργαζόμενους για τους οποίους μια απεργία διαρκείας θα σήμαινε οικονομική καταστροφή, «ότι έχουν μείνει πίσω». Πώς θα γίνει ο συγχρονισμός με τις απολυμένες καθαρίστριες, με τους συμβασιούχους εργαζόμενους με μπλοκάκι και άλλους εργαζόμενους σε συνθήκες εργασιακής επισφάλειας στο πανεπιστήμιο, οι οποίοι όταν απεργούν, δε διαθέτουν, εκτός από την συνδικαλιστική τους συνείδηση και την αλληλεγγύη των άλλων εργαζομένων, τίποτα άλλο; Πάλι όμως η κλίμακα των προβλημάτων που αντιμετωπίζει σήμερα το πανεπιστήμιο υπερβαίνει κατά πολύ τις δυνατότητες των πανεπιστημιακών, οι οποίοι εξαιτίας της θέσης τους αποσπασματικά και μόνο μπορούν να θέσουν το ζήτημα, καθιστώντας τους άλλους εργαζόμενους, αλλά και τους εργαζόμενους στο πανεπιστήμιο, όπως και τους φοιτητές, σημαντικό αν όχι κεντρικό πρωταγωνιστή της επερχόμενης σύγκρουσης.
Η απεργία ως προϊόν εξωκοινωνικών εμπειριών
Παρόλο που υπάρχει ένα ζήτημα, κατά πόσο μια ιδιότυπη απεργία στη σφαίρα αναπαραγωγής και μάλιστα από μια κοινωνική ομάδα που μόνο ζητήματα αναδιανομής μπορεί να θέσει, τίθεται το ερώτημα αν αυτή, μπορεί να λειτουργήσει ως «συμβάν» (όπως Α. Badiοu) και να συμπαρασύρει, όπως κάποιοι προσδοκούν, στη δίνη της αντιπαράθεσης κομμάτια του εποικοδομήματος, υπονοώντας ότι η κοινωνία μπορεί να αλλάξει χωρίς να αλλάξουν οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι η θεώρηση αυτή πάσχει, καθώς αντιλαμβάνεται ως το κοινωνικό (αν όχι επαναστατικό) υποκείμενο, τη διανόηση που μπορεί οποτεδήποτε και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ουσιαστικά σε κενό χρόνου και ανεξάρτητα από το ιστορικο-κοινωνικό πλαίσιο, να θέτει το κοινωνικό ζήτημα, όπως κατά κάποιο τρόπο η «αιωρούμενη διανόηση» στον K. Mannheim, ή όπως ο ποιητής στον μοντερνισμό που τοποθετεί τη δράση του πάνω από το χρόνο και έξω από την ιστορική πραγματικότητα. Τότε όμως πρέπει να δεχτούμε ότι η πολιτική δράση (ως συνειδητή παρέμβαση των ανθρώπων στην ιστορία), δε διαμεσολαβείται κοινωνικά, δεν είναι δηλαδή προϊόν μιας κοινωνικής συνείδησης απ' όπου αναδύονται μορφές και μέσα αγώνα, αλλά προϊόν μιας «εξωκοινωνικής» εμπειρίας (επιθυμία, βούληση, θυμικό κ.λπ.) που δεν εκλογικεύεται (βλ. «αγανακτισμένοι», «πλήθος» κ.ά). Κατά κάποιο τρόπο το απωθημένο, το αποσπασματικό, η αγανάκτηση, η αδιαμεσολάβητη επιθυμία κ.λπ. είναι που θα οδηγήσουν στην έξοδο των «νομάδων» (A. Negri) και των «επιθυμητικών μηχανών» (G. Deleuze κ.λπ., όπως πολιτογραφείται πλέον με νιτσεϊκούς και λιμπιντικούς όρους σ' ένα συγκεκριμένο πολιτικό φάσμα, το κοινωνικό υποκείμενο. Βεβαίως αν μαζί μ' αυτές τις μορφές ανορθολογικής (και απολίτικης) διαμαρτυρίας «επωάζεται και το αυγό του φιδιού», δε φαίνεται να απασχολεί ιδιαιτέρως εκείνους που απαξιώνοντας την ταξική δράση, δηλαδή τη δράση που απορρέει από μια δομή (μισθωτή εργασία), εκθειάζουν τον βολονταρισμό, τον αυθορμησιασμό και τον κινηματικό ακτιβισμό ως την υποδειγματική μορφή κοινωνικής δράσης. Σε τελική ανάλυση όμως, η υπόκλιση στο αυθόρμητο και στο «αμεσοδημοκρατικό», συνεπάγεται και μείωση του ρόλου του «συνειδητού στοιχείου», γεγονός που ενσωματώνει, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Β.Ι. Λένιν, το εργατικό κίνημα στη «γραμμή της μικρότερης αντίστασης», προκαλώντας συγχύσεις και ψευδαισθήσεις για την αναγκαιότητα του ταξικού αγώνα.

Θανάσης ΑΛΕΞΙΟΥ
Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

«Η υπόθεση του προλεταριάτου, ο κομμουνισμός, είναι η πιο καθολικά ανθρώπινη»



Εκτενή αποσπάσματα από την ομιλία της Ελένης Μπέλλου, μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ στην Αρτα την περασμένη Τετάρτη για την Οχτωβριανή Επανάσταση

Μιλώντας με το βέλος στραμμένο σε θετική κατεύθυνση, θα έλεγα ότι συνέπεσε η σημερινή επέτειος της Οχτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία με μια 48ωρη απεργιακή κινητοποίηση στην Ελλάδα, που ακόμα δεν είχε τη μαζικότητα, τον προσανατολισμό για να εκφράσει ανυπακοή, απειθαρχία στα μέτρα στο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά πρέπει να τη δούμε σαν μια ψηφίδα στο έργο της Ιστορίας που θα δώσει στο μέλλον τη συνειδητοποίηση και μαχητική συσπείρωση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της ως πρωταγωνιστών της Σοσιαλιστικής Επανάστασης στην Ελλάδα.Μόνο με τη νικηφόρα Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα μπορεί το μέλλον του ελληνικού λαού, εργαζομένων και συνταξιούχων, κυρίως το μέλλον των σημερινών στρατιών των απλήρωτων μισθωτών και των ανέργων, των μαθητών και σπουδαστών να είναι φωτεινό, αισιόδοξο, με εξασφαλισμένη μόρφωση - ειδίκευση - εργασία - ελεύθερο χρόνο και πολιτιστική - αθλητική δραστηριότητα με δωρεάν χρήση των αναγκαίων υποδομών της, μπορεί η περίοδος της συντάξιμης ζωής μας να είναι εξασφαλισμένη με δωρεάν σύγχρονες υπηρεσίες - φάρμακα για τις πρόσθετες ανάγκες της τρίτης ηλικίας.
Μόνο το σοσιαλιστικό κράτος μπορεί να εξασφαλίσει σε όλους φτηνή μετακίνηση, φτηνές υπηρεσίες ηλεκτρισμού - ύδρευσης - θέρμανσης, στέγασης, δυνατότητα δημιουργικής αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου.


Μόνο με τη νικηφόρα Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα, το μέλλον της νέας γυναίκας, εργαζόμενης - μητέρας μπορεί να μη συνθλίβεται ανάμεσα στις εξαντλητικές συνθήκες εργασίας και στην έλλειψη κοινωνικών υπηρεσιών για τα παιδιά, τους υπερήλικες.Μόνο με τη στήριξη του σοσιαλιστικού κράτους δημιουργούνται οι προϋποθέσεις, για να συνδυάζεται η εργασία, η προστασία της μητρότητας, ο ελεύθερος χρόνος, η συμμετοχή στη δράση για τις κοινωνικές υποθέσεις, οι προϋποθέσεις για να σβήσουν οι ανισοτιμίες, οι προκαταλήψεις, οι αντιδραστικές αντιλήψεις και πρακτικές σε βάρος της γυναίκας.
Μόνο με τη νικηφόρα Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα, το μέλλον των μαθητών μπορεί να είναι απαλλαγμένο από το άγχος εξεταστικών συστημάτων που έχουν ως μοναδικό σκοπό την εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης, τον εθισμό στη λογική του ανταγωνισμού, της επιχειρηματικότητας - κερδοσκοπίας, να απαλλαγούν μαθητές και διδάσκοντες από συστήματα εξετάσεων - αξιολόγησης που αποτελούν ταξικούς φραγμούς για τα παιδιά των εργατικών και λαϊκών οικογενειών.
Μόνο το αποκλειστικά δημόσιο ενιαίο σοσιαλιστικό σχολείο μπορεί να δώσει συστήματα που βοηθάνε στην εμπέδωση της γνώσης, στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, στη συλλογικότητα και στην αυτοπειθαρχία που χρειάζεται η μαθησιακή κι οποιαδήποτε εργασία.
Το μέλλον των μαθητών μπορεί να είναι απαλλαγμένο από τη μάστιγα όλων των ειδών των ναρκωτικών, από τον εθισμό στη χρήση τους που βρίσκει έδαφος στην ευάλωτη - αδύναμη προσωπικότητα, αυτή που επιλέγει την παραισθησιακή φυγή από την ατομική και κοινωνική πραγματικότητα, που εγκλωβίζεται στην πιο ακραία κοινωνική αποξένωση και τελικά οδηγεί στην απόλυτη βιολογική καταστροφή.
Το μέλλον των «μικρής ηλικίας» μαθητών, αυτών που πηγαίνουν στο αστικό ολοήμερο σχολείο, που μένουν ώρες και ώρες χωρίς ουσιαστική επίβλεψη, χωρίς δημιουργική απασχόληση, γιατί ο σύγχρονος καπιταλισμός θεωρεί σπατάλη τη δαπάνη για ανάλογα εκπαιδευμένο προσωπικό και υποδομές, το μέλλον αυτών των παιδιών κι όλου του λαού μπορεί να είναι διαφορετικό, με τη νικηφόρα Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα, δηλαδή με την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, με την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας.
Αυτή η πολιτική ανατροπή, η πολιτική επανάσταση είναι προϋπόθεση για την κοινωνική επανάσταση, είναι προϋπόθεση για να μπουν τα θεμέλια της σοσιαλιστικής οικονομίας, της νέας κομμουνιστικής κοινωνίας.
Εχει μεγάλη σημασία αυτή η σχέση μεταξύ πολιτικής και κοινωνικής επανάστασης, όταν δηλαδή κλονιστεί όχι μόνο η καπιταλιστική οικονομία, αλλά και το πολιτικό, το θεσμικό εποικοδόμημά της, τότε, την κατάλληλη στιγμή οργανωμένα και σχεδιασμένα να κατευθυνθεί η επαναστατημένη εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της, στην πλέρια σύγκρουση και ρήξη με όλους τους θεσμούς εξουσίας των καπιταλιστών για να καταργηθούν οι καπιταλιστές ως μέτοχοι - ιδιοκτήτες βιομηχανιών - μέσων και υποδομών μαζικής μεταφοράς - τραπεζών - εμπορικών κέντρων - τηλεπικοινωνιών - κατασκευαστικών και τουριστικών μονάδων, ΜΜΕ κ.λπ.
Γιατί μόνο με την κοινωνικοποίηση όλων αυτών των μονάδων και της γης, με τον Κεντρικό Σχεδιασμό και τον Εργατικό Ελεγχο σε όλο το σύστημα διεύθυνσής τους, μπορεί ν' αξιοποιηθεί όλο το παραγωγικό δυναμικό που διαθέτει η Ελλάδα για παραγωγή - βιομηχανική και αγροτική - για κοινωνικές υπηρεσίες που θα ικανοποιούν τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες κι όχι το κέρδος.
Μόνο οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής - κατανομής, ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής μπορεί να εξαλείψει την ανεργία, τις περιοδικές οικονομικές κρίσεις, την αναρχία, την ανισομετρία και τον ανορθολογισμό στον επιμέρους καπιταλιστικό σχεδιασμό που γίνεται με κίνητρο το κέρδος.
Μόνο ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής μπορεί να αξιοποιήσει πλήρως τις επιστημονικές και τεχνικές κατακτήσεις, έτσι ώστε όχι μόνο να προβλέψει με επάρκεια αλλά και να προστατεύσει από φυσικές καταστροφές, να εξασφαλίσει βιομηχανική και πολιτιστική ανάπτυξη σε ισορροπία με τους νόμους της φύσης.
Μόνο δίπλα στη μεγάλη σοσιαλιστική βιομηχανία, δίπλα στη μεγάλη αγροτική καλλιέργεια, στην αγροτο-βιομηχανική παραγωγή, μπορεί συμπληρωματικά να υπάρξει και ο αγροτικός παραγωγικός συνεταιρισμός, που θα συνενώσει αυτοαπασχολούμενους αγρότες - χρήστες περιορισμένης γης που θα συνενώσουν τις ξεχωριστές εργασίες τους, τότε με τη μορφή του συνεταιρισμού θα έχουν το πλεονέκτημα να χρησιμοποιούν κρατικές υποδομές και υπηρεσίες, θα μπορούν να προμηθεύονται αγροτικές ύλες παραγμένες από τη σοσιαλιστική βιομηχανία, θα έχουν την υποχρέωση να συναλλάσσονται με το κρατικό εμπόριο, αλλά και να προστατεύονται από αυτό, θα μπουν σε άλλο τρόπο δουλειάς, συλλογικά κι όχι ατομικά, π.χ. θα καλύπτουν τις πρόσθετες εποχιακές ανάγκες εργασίας, θα απολαμβάνουν όλες τις δημόσιες δωρεάν υπηρεσίες Υγείας - Πρόνοιας, Παιδείας, το φτηνό ρεύμα - νερό - θέρμανση κ.λπ. που θα παρέχει η σοσιαλιστική βιομηχανία, θα απολαμβάνουν την πολιτιστική αναβάθμιση σε κάθε χωριό.
Θα μπουν στο δρόμο, στην προοπτική, ώστε οι νεότεροι, οι επόμενες γενιές των αγροτικών οικογενειών, να ενταχθούν πλήρως στη σοσιαλιστική αγροτοβιομηχανική ή βιομηχανική μονάδα ή στη μονάδα κοινωνικής υπηρεσίας κ.λπ. ανάλογα με την κλίση, το ταλέντο, την ειδικότητά τους.
Το βάθρο αυτής της εξουσίας θα είναι η Συνέλευση όλων των εργαζομένων στον τόπο εργασίας, δηλαδή στη βιομηχανική μονάδα, στην εκπαιδευτική, στο νοσοκομείο και στο Κέντρο Υγείας, στο εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο, στην κοινωνική ή διοικητική υπηρεσία, στο συνεταιρισμό.
Γιατί μόνο εκεί μπορεί ο καθένας και η καθεμιά να έχει γνώση και επομένως συνειδητή επιλογή ποιον ή ποια εκλέγει στα αντιπροσωπευτικά όργανα από κάτω μέχρι πάνω, μόνο έτσι εξασφαλίζεται η δυνατότητα ελέγχου της απόδοσης του κάθε εκλεγμένου, η δυνατότητα ανάκλησής του.
Αυτή η ουσιαστική, η εργατική - λαϊκή δημοκρατία δεν έχει καμιά σχέση με τα τυπικά κι όχι ουσιαστικά δικαιώματα της καπιταλιστικής δημοκρατίας, που καθορίζονται από το χρήμα, από τη στήριξη όσων έχουν ιδιοκτησία σε μέσα παραγωγής, οικονομική δύναμη κι επομένως και πολιτική εξουσία.
Υπάρχουν παραγωγικές δυνατότητες στην Ηπειρο
Είναι ψέμα ότι η Ηπειρος είναι μια φτωχή περιοχή, γι' αυτό το μερίδιό της στο ΑΕΠ είναι μόλις 2,5%, ενώ είναι πρώτη στην ανεργία.
Υπήρχαν έργα, σύμφωνα με τον καπιταλιστικό σχεδιασμό, όπως τα οδικά έργα του Δυτικού Αξονα / Ιόνιας Οδού που κρίνονταν αναγκαία, και αντικειμενικά είναι αναγκαία, αφού θα περιορίσουν την επικινδυνότητα του οδικού δικτύου και το χρόνο μετακίνησης.
Γιατί, όμως, πάγωσε η υλοποίησή τους;
Επειδή βρέθηκαν στο φαύλο κύκλο του καπιταλιστικού παραλογισμού, γιατί κινητήρια δύναμη είναι το κίνητρο του κέρδους. Το κράτος ανέθεσε τα έργα σε ιδιωτικούς ομίλους, οι οποίοι επιδοτούνταν από τις τράπεζες και από το κράτος υπερδιπλάσια σε σχέση με τα κεφάλαια που διέθεταν. Κι ενώ το κράτος των καπιταλιστών, καθώς και η ΕΕ των μονοπωλίων αποθεώνουν την ιδιωτική επιχειρηματικότητα, αυτή η επιχειρηματικότητα αναστέλλεται όταν δεν εισρέουν σε αυτήν οι ζεστές επιδοτήσεις του κράτους.
Και μη σκεφτείτε ότι είναι ευκαταφρόνητο το κεφαλαιακό μέγεθος των κατασκευαστικών ομίλων στην Ελλάδα, το αντίθετο μάλιστα, ενώ σταμάτησαν τις επενδύσεις στην Ελλάδα, έκαναν σε άλλες χώρες.
Ομως, το κράτος, οι κυβερνήσεις των καπιταλιστών δεν απαιτούν από τα κατασκευαστικά μονοπώλια να τηρήσουν ούτε τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και διαπραγματεύεται αναθεώρησή τους προς όφελος κατασκευαστικών και τραπεζικών μονοπωλίων.
Μόνο ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής, ο Κεντρικός Σχεδιασμός μπορεί να λύσει τέτοιες αντιφάσεις.
Πώς και πότε;
Οταν όλα τα μηχανήματα, όλη η γη, όλο το τσιμέντο, τα άλλα βιομηχανικά οικοδομικά υλικά, τα μέταλλα, η κάθε αγροτοβιομηχανία, η ΔΩΔΩΝΗ, η ΒΙΚΥ, η ΗΠΕΙΡΟΣ κλπ., όλο το απόθεμα μιας προηγούμενης περιόδου γίνει κοινωνική ιδιοκτησία.
Μόνο ο Κεντρικός Σχεδιασμός μπορεί να συγχρονίσει και να υλοποιήσει οδικά με σιδηροδρομικά και ακτοπλοϊκά έργα, με στόχο τη γρήγορη, φθηνή, ασφαλή μετακίνηση ανθρώπων και προϊόντων, όχι μόνο σ' έναν ή κάποιους κεντρικούς άξονες, αλλά από πόλη σε πόλη, από χωριό σε χωριό.
Κεντρικός Σχεδιασμός σημαίνει κεντρικά κατανεμημένη την εργατική δύναμη στις διάφορες ειδικότητές της, αν δε φτάνει των κατοίκων της Ηπείρου, να μετακινηθεί κι από άλλη Περιφέρεια ή αντίστροφα.
Το ίδιο αφορά και τη χρήση γης, πόση και πώς θα διατεθεί για αγροτική και βιομηχανική παραγωγή, πόση ειδικότερα για παραγωγή ενέργειας και με ποια μορφή της, πώς οι παραγωγικές μονάδες δε θα καταστρέψουν θαλάσσια, δασικά και άλλα οικοσυστήματα, δηλαδή πώς θα προστατευτούν π.χ. ο Αμβρακικός Κόλπος και οι λιμνοθάλασσές του, ο ορεινός όγκος των Τζουμέρκων, τα ιστορικά μνημεία, όπως το Γεφύρι της Αρτας.
Μόνο ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής μπορεί να δώσει σχεδιασμένη αναλογική ανάπτυξη βιομηχανίας, φυτικής και ζωικής αγροτικής παραγωγής, ισόμετρης τουριστικής ανάπτυξης, ανάμεσα στην Ηπειρο, στη Μακεδονία, στη νησιωτική Ελλάδα κ.λπ.
Αιτίες της ήττας
Συχνά ακούμε:
«Και πού υπάρχει σήμερα τέτοια κοινωνία ή έστω κι εκεί που υπήρχε ανατράπηκε, άρα δεν μπορεί ν' αντέξει στο χρόνο, ενώ ο καπιταλισμός και με προβλήματα αντέχει».
Αυτή όμως είναι η επιδερμική αλήθεια.
Στην πραγματικότητα, η νέα κοινωνία υποχώρησε, ηττήθηκε από τον καπιταλισμό, γιατί δε θωρακίστηκε ανάλογα απέναντί του κι αυτό δε συμβαίνει πρώτη φορά στην Ιστορία της κοινωνικής εξέλιξης.
Η ιστορική αλήθεια είναι ότι στον 20ό αιώνα, υπήρξε κοινωνία που κανένας ικανός προς εργασία δεν ήταν άνεργος, που όλα τα παιδιά είχαν τις ίδιες ευκαιρίες πρόσβασης στη μόρφωση, στον αθλητισμό, στον πολιτισμό, στις τέχνες, που τα ταλέντα ανακαλύπτονταν από την παιδική ηλικία και ήταν φροντίδα της κοινωνίας να μη χαθούν λόγω βιοποριστικών δυσκολιών ή και λόγω μορφωτικής - πολιτιστικής καθυστέρησης, προκαταλήψεων των γονιών τους.
Υπήρξε κοινωνία που δεν υπήρχαν άστεγοι, αναλφάβητοι, που δεν πέθαιναν από έλλειψη εμβολίων - φαρμάκων, από πείνα, που όλα τα σπίτια είχαν θέρμανση και ζεστό νερό 24 ώρες το 24ωρο, που θερμαίνονταν και οι υπόγειες διαβάσεις, που το εισιτήριο για το καλύτερο θέατρο, κοντσέρτο, όπερα, μπαλέτο ήταν πάμφθηνο, προσιτό για την κάθε οικογένεια. Το ίδιο και οι διακοπές, η τροφή, ο ρουχισμός, τα καλλυντικά.
Αυτά ήταν επιτεύγματα - κατακτήσεις της Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία, μιας κοινωνίας που μπορεί να ήταν η 5η μεταξύ των ισχυρότερων κατά την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όμως μαζί με το αναπτυγμένο καπιταλιστικό βόρειο - δυτικό τμήμα της περιλάμβανε και απέραντες εκτάσεις, όπου συμβίωναν κοινωνικά σύνολα με απίστευτη για τις μέρες μας προκαπιταλιστική καθυστέρηση κι αυτή ήταν η αρνητική κληρονομιά που παρέλαβε η Σοσιαλιστική Επανάσταση στη Ρωσία και στην ΕΣΣΔ.
Οπως τα ζιγκ - ζαγκ δεν ακύρωσαν την ιστορική νίκη του καπιταλισμού επί της φεουδαρχίας και κάθε προηγούμενου τρόπου παραγωγής, έτσι και ο ευρύτατος κύκλος της αντεπανάστασης στο τέλος του 20ού αιώνα, η επανεμφάνιση καπιταλιστικών σχέσεων και στον 21ο αιώνα, σε κοινωνίες που έτειναν να ξεφύγουν από την κυριαρχία του καπιταλισμού, που με τη νίκη επαναστάσεων και - στον ένα ή άλλο βαθμό - με τη διαμόρφωση εργατικών καθεστώτων διαμόρφωναν τις σοσιαλιστικές σχέσεις, όλος αυτός ο αντεπαναστατικός κύκλος στο τέλος δεν θα κλείσει με τον οριστικό θρίαμβο του καπιταλισμού, αλλά θα ακολουθήσει την ανοδική σπειροειδή κίνηση. Είμαστε βέβαιοι γι' αυτό.
Αν ο σοσιαλισμός - κομμουνισμός είναι ένα απολίθωμα της Ιστορίας, όπως υποστηρίζει ο ταξικός αντίπαλος, τότε γιατί τόσος αντικομμουνισμός, τόσες απαγορεύσεις στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, ακόμα και στα σύμβολά του, γιατί τόση βία και καταστολή, τέτοια αντικομμουνιστικά μνημόνια από την ΕΕ, και όχι μόνο, γιατί τόσες ταινίες, βιβλία, οτιδήποτε μέσο μαζικής προπαγάνδας, γιατί τόσο ξόδεμα σκέψης και εργασίας για να «αποδειχτεί» ότι ο σοσιαλισμός - κομμουνισμός είναι κουφάρι της Ιστορίας;
Η πραγματικότητα είναι ότι τα επιτελεία του κεφαλαίου, θεωρητικά και πολιτικά, γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο σοσιαλισμός - κομμουνισμός είναι το μέλλον της κοινωνίας, είναι περισσότερο ζωντανός απ' ό,τι το 1917, είναι πολύ πιο επίκαιρος, αναγκαίος για τη λύση των κοινωνικών αντιφάσεων που φρενάρουν την κοινωνική πρόοδο, γνωρίζουν ότι θα έρθει πολύ πιο ώριμος.
Από αυτή τη γνώση προκύπτει και η εγχώρια και διεθνής ιδεολογική και πολιτική επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στο Κόμμα μας, ενάντια στη στρατηγική του, ενάντια στα πολιτικά συμπεράσματα του Κόμματος από την έρευνά του για τους πραγματικούς παράγοντες της ταξικής πάλης, τις παρεκκλίσεις από τους νόμους του σοσιαλισμού που οδήγησαν να γείρει η ταξική πάλη στις σοσιαλιστικές χώρες προς όφελος του ατομικού σφετερισμού, της ατομικής ιδιοκτησίας στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής.
Φοβούνται τα συμπεράσματα του ΚΚΕ για τους παράγοντες που οδήγησαν στη διάβρωση Κομμουνιστικών Κομμάτων εξουσίας, στην επικράτηση σε αυτά τα κόμματα δυνάμεων της αντεπανάστασης, γιατί αυτά τα συμπεράσματα μπορούν να γίνουν δύναμη αφύπνισης λαϊκών δυνάμεων.
Φοβούνται την προσήλωση του ΚΚΕ στην ταξική πάλη, φοβούνται τη δράση του για τη μαζική οργάνωση της εργατικής τάξης σε σωματεία, σε δευτεροβάθμιες εργατικές οργανώσεις που θα συσπειρώνονται σε ενιαίο ταξικό αγώνα, στο ΠΑΜΕ, που δεν θα υποτάσσονται στον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό, δε θα σέρνονται πίσω από τις αστικές αντιθέσεις, τις εναλλαγές στην αστική πολιτική διαχείρισης που αναπαράγουν την ταξική εκμετάλλευση, τη φτώχεια και την ανεργία.
Φοβούνται τη δράση του ΚΚΕ, για τη συνδικαλιστική οργάνωση των φτωχών αγροτών ενάντια στην κυβερνητική και ευρωενωσιακή αγροτική πολιτική, ενάντια στην παλιά και τη νέα ΚΑΠ που επιδοτούσαν ουσιαστικά την καταστροφή ενός μέρους της αγροτικής παραγωγής και υποβοηθούσαν τη συγκέντρωση γης και παραγωγής στην ιδιοκτησία λιγότερων.
Φοβούνται τη δράση του ΚΚΕ, για να οργανωθούν μικροέμποροι, βιοτέχνες, άλλοι βιοπαλαιστές αυτοαπασχολούμενοι επαγγελματίες ξεχωριστά από τους καπιταλιστές που ελέγχουν τις τριτοβάθμιες οργανώσεις.
Αυτό το ρόλο του Κόμματος φοβούνται κι όσο τους το επιτρέπει η σημερινή κατάσταση του κινήματος, των συγχύσεων υπό το βάρος της νίκης της αντεπανάστασης και της παγκόσμιας κυριαρχίας του κεφαλαίου, εξαπολύουν πολύμορφες επιθέσεις ενάντια στο Κόμμα:
Από το φασιστικό αντικομμουνισμό της Χρυσής Αυγής που του έστρωσε έδαφος, θυμηθείτε, ο Καρατζαφέρης - ο ΛΑ.Ο.Σ. μέχρι τη σύγχρονη οπορτουνιστική πίεση, αυτόν τον οπορτουνισμό που μιλά ακόμα και για επανάσταση, για κομμουνισμό, αλλά εγκαλεί το ΚΚΕ γιατί δε δέχεται να γίνει βασικό στήριγμα μιας αστικής διακυβέρνησης.
Και είναι αστική η διακυβέρνηση από όποιο ή όποια κόμματα κι αν αποτελείται, όπως κι αν τιτλοφορούνται τα κόμματά της, «αριστερά», «σοσιαλιστικά», «κομμουνιστικά», όταν η οικονομία, η παραγωγή, το μεγάλο εμπόριο κ.λπ. είναι στα χέρια των μονοπωλίων, των ιδιοκτητών - μετόχων τραπεζών - βιομηχανιών - εμπορικών αλυσίδων - πλοίων - ΜΜΕ - μεταφορών - τηλεπικοινωνιών - διαδικτύου κ.λπ.
Ακόμα κι αν φτάσει μια τέτοια κυβέρνηση να σπάσει το Μνημόνιο, τη Δανειακή Συμφωνία με την τρόικα, αν περισσότερο ή λιγότερο σχεδιασμένα βρεθεί έξω από την Ευρωζώνη, ίσως και έξω από την ΕΕ, με τη σημερινή ή άλλη μορφή της, και τότε θα είναι μια αστική διακυβέρνηση δέσμια του κεφαλαίου, της πραγματικής κοινωνικής δύναμης που βρίσκεται στην εξουσία, αν η κυβέρνηση δεν είναι προϊόν της εργατικής - λαϊκής σύγκρουσης και τσακίσματος των μηχανισμών της καπιταλιστικής εξουσίας, αλλά είναι συγκυριακό προϊόν συμβιβασμού, της λεγόμενης «ταξικής συνεργασίας», που, σε τελευταία ανάλυση, το πάνω χέρι θα το έχει το κεφάλαιο κι όχι κάποιο κόμμα τύπου ΣΥΡΙΖΑ, ΔΗΜΑΡ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή και στο όνομα κομμουνιστικό.
Αυτό που διδάσκει η Ιστορία και το διδάσκει με θετική και αρνητική πείρα, είναι ότι σε συνθήκες γενικευμένης πολιτικής κρίσης με άμεση εμπλοκή σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο, το Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει αταλάντευτα να δρα, ώστε σχεδιασμένα να οδηγήσει την εργατική τάξη, τον εξεγερμένο λαό στην ολόπλευρη σύγκρουση με την εξουσία των καπιταλιστών, να πετύχουν την κατάργηση των καπιταλιστών ως οικονομικά και πολιτικά κυρίαρχης τάξης. Αυτό σημαίνει κοινωνική και πολιτική επανάσταση.
Γιατί μην ξεχνάτε, αν και πριν μερικά χρόνια ξορκίζονταν οι όροι «επανάσταση», «ανατροπή» από τον ΣΥΝ, από αριστερά ή και κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης, σήμερα τις έχει κάνει καραμέλα όχι μόνο το λεγόμενο «αριστερό ρεύμα» του ΣΥΝ, αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ.
Στο Σχέδιο Διακήρυξής του μας αντιγράφει σε πολλά, εκτός από τη θέση για σύγκρουση με το κεφάλαιο, τα μονοπώλια, αποτραβιέται από το μόνο δρόμο που οδηγεί στο σοσιαλισμό. Γι' αυτήν την έλλειψη γίνεται ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεκτός από το καπιταλιστικό σύστημα.
Κάλπικα διλήμματα
Η αστική πολιτική, όταν δεν μπορεί να σε έχει υποταγμένο με τη δύναμη της παραγωγικής ανάπτυξής της, τα ψίχουλα που δίνει ετεροχρονισμένα ο καπιταλισμός, τότε επιδιώκει να εγκλωβίσει το εργατικό κίνημα στα δικά της συμφέροντα, στα δικά της σχέδια, με τρόπο που να φαίνεται πως είναι μια δήθεν δική του μεταρρυθμιστική φιλολαϊκή κυβερνητική πολιτική.
Τότε καλλιεργεί διλήμματα όπως, αν συμφέρει ενιαία Ευρωζώνη με τη σημερινή μορφή της ή με ενισχυμένους και εκτεταμένους και σε άλλους τομείς τους διακρατικούς - κοινούς ευρωενωσιακούς μηχανισμούς (τα γνωστά ως κοινό σύστημα ελέγχου των τραπεζών, των κρατικών προϋπολογισμών κ.λπ.) ή αν συμφέρει το σπάσιμο της Ευρωζώνης, το «ευρώ-μάρκο» του Βορρά και το «ευρώ-φράγκο» του Νότου ή η μεγαλύτερη και πιο ευέλικτη συναλλαγή του ενός ή του άλλου μέρους της σημερινής Ευρωζώνης με ΗΠΑ ή με Ρωσία, Κίνα κ.λπ.
Ολες αυτές τις αντιθέσεις των καπιταλιστών, των κρατών τους, όλα αυτά τα διλήμματα πλασάρονται με τρόπο, ώστε οι εργάτες και οι εργάτριες, οι μισθωτοί, ο εργαζόμενος λαός να τις καταλαβαίνουν ως δικά τους διλήμματα, ως δικές τους εναλλακτικές λύσεις στην πολιτική, να ψάχνουν να βρουν από ποια μπορεί δήθεν να προκύψει και εργατικό - λαϊκό όφελος.
Σκεφτείτε πόσο γρήγορα πέρναγε η αστική προπαγάνδα από τις «απεριόριστες δυνατότητες ανάπτυξης του καπιταλισμού, αρκεί να χρησιμοποιούσε τις νέες τεχνολογίες», τα περίφημα θαύματα του καπιταλισμού, με πρώτο και καλύτερο των ΗΠΑ, στο «θαύμα της Ιαπωνίας», «των ασιατικών τίγρεων», των θαυμάτων των «αναπτυσσόμενων λατινοαμερικάνικων», για να φτάσει στα σημερινά θαύματα της Κίνας, της Ινδίας κ.λπ.
Σκεφτείτε πόσο γρήγορα απαξιώθηκαν οι θεωρίες για «αστείρευτη» δυναμική της παγκοσμιοποίησης, των ανοικτών - απελευθερωμένων αγορών. Ετσι γρήγορα απαξιώνεται και ο εκθειασμός των κυβερνητικών ενεργειών των ΗΠΑ, της Κίνας για κρατικές επενδύσεις, με στόχο τη συγκράτηση της ύφεσης, σε αντιπαράθεση με την αδιαλλαξία της Ευρωζώνης που δήθεν είναι αποκλειστικά προσκολλημένη στην περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, στη νομισματική σταθερότητα.
Σκεφτείτε την αστική προπαγάνδα, που, από τον εκθειασμό της ΕΕ ως ένωσης που θα άμβλυνε τις ανισομετρίες μεταξύ των μελών της, θα βελτίωνε την ανταγωνιστικότητά τους στη διεθνή αγορά και θα ανέβαζε μισθούς - συντάξεις - βιοτικό επίπεδο, πώς σήμερα μιλά για τις αντιθέσεις μέσα στην ΕΕ. Κι έτσι παγιδεύεται όχι μόνο η εργατική και λαϊκή πλειοψηφία, αλλά κι ένα μέρος εργατών - εργατριών, μισθωτών κι άλλων που βρέθηκαν σε μια ορισμένη ακόμα και αγωνιστική διάθεση, που μπορεί να συσπειρώθηκαν με τις θέσεις και την πολιτική πάλη του ΚΚΕ.
Μια τέτοια κατάσταση τη ζήσαμε έντονα μεταξύ των δυο πρόσφατων εκλογών, τη ζούμε και σήμερα, που απελπισμένοι εργατοϋπάλληλοι, άνεργοι, αυτοαπασχολούμενοι, αγρότες και άλλοι επαγγελματίες εναποθέτουν τις ελπίδες τους είτε στο ΣΥΡΙΖΑ είτε και στη Χρυσή Αυγή, αυτές τις δύο πολιτικές δυνάμεις που οι δημοσκοπήσεις τις εμφανίζουν ως τις δύο πρώτες πολιτικές εκλογικές δυνάμεις.
Πολλές φορές, ενδεχομένως και φίλοι του Κόμματος, νεαροί και νεαρές που προηγούμενα ίσως έβλεπαν με μεγαλύτερη πολιτική συμπάθεια το ΚΚΕ και τη νεολαία του, την ΚΝΕ, σήμερα πιο εύκολα δηλητηριάζονται από την αμφιβολία, «μήπως έπρεπε το ΚΚΕ να βάλει λίγο νερό στο κρασί του, να μην είναι του "όλα ή τίποτα"», «μήπως υπάρχουν και ανώδυνα πλατύσκαλα πριν φτάσεις στην κορυφή της κλιμάκωσης του αγώνα - της σύγκρουσης με τα μονοπώλια - το κεφάλαιο - την εξουσία τους».
Τέτοιες σκέψεις, τέτοιοι προβληματισμοί μπορεί να φαίνονται και πρωτότυποι όχι μόνο σε προηγούμενους ψηφοφόρους του Κόμματος, αλλά και σε φίλους και οπαδούς του.
Μήπως κάτι τέτοιο είναι πρωτοφανές στην Ιστορία του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα, γιατί το προκάλεσε μια δογματική προσκόλληση του ΚΚΕ στην καθαρότητα της στρατηγικής γραμμής πάλης για το σοσιαλισμό, χωρίς ευελιξία τακτικής με βάση το σημερινό συσχετισμό δυνάμεων;
Θα μου επιτρέψετε να ανατρέξω στα λόγια ενός μεγάλου Γερμανού ποιητή - θεατρικού συγγραφέα - μαρξιστή διανοούμενου και επαναστάτη του Μπέρτολτ Μπρεχτ που λέει για τη στάση της μάζας στην επανάσταση:
«... οποιοσδήποτε έχει μελετήσει μία επαναστατική εξέγερση, ξέρει ποιες εσωτερικές δυσκολίες αντιμετωπίζει η μάζα για να εξεγερθεί. Ο άνθρωπος ρίχνεται στο καινούριο μόνο σε περίπτωση ανάγκης. Η μεγαλοπρεπής πρόταση "Το προλεταριάτο δεν έχει τίποτα να χάσει εκτός από τις αλυσίδες του" ισχύει στην ιστορική σφαίρα και μάλιστα για το σύνολο της τάξης, αλλά η εσωτερική ιστορία μιας επανάστασης έγκειται ακριβώς στο ότι το προλεταριάτο, δηλαδή οι προλετάριοι εμφανίζονται να ενεργούν ως τάξη. Σε αυτή τη διαδικασία έχουν πολλά να αφήσουν πίσω τους και πολλά να ρισκάρουν. Από αυτά, η ίδια η ζωή προσεγγίζεται μυστηριωδώς ως το λιγότερο που έχουν να ρισκάρουν. Αυτή συχνά ρισκάρεται πιο εύκολα από μία φτωχική κατοικία. Οταν η κυρίαρχη τάξη χάνει τον έλεγχο της κατάστασης, οι κυριαρχούμενοι τις περισσότερες φορές τα χάνουν. Οι θεσμοί κλονίζονται και καταρρέουν και οι καταπιεσμένοι δεν κάνουν ακόμα κινήσεις για να αναλάβουν την ηγεσία. Εναντίον τους βρίσκεται η θρησκεία τους, ο τρόπος ζωής τους, τον οποίο έχουν μάθει με κόπο, μερικοί από αυτούς από τον εχθρό, μερικοί από αυτούς από τον αγώνα ενάντια στον εχθρό. Ενα σύνθετο οπλοστάσιο από συνήθειες και αρχές. Γι' αυτό το λόγο, για να γίνει υπόθεση των μαζών, η ίδια η ανατροπή πρέπει να προσλάβει κάτι το επαγγελματικό, πρέπει να έχει χαρακτήρα οργανωμένης επιχείρησης, στην οποία οι άνθρωποι μπορούν να αναγνωρίσουν μικρά και λογικά σημάδια της καθημερινότητάς τους».
Πολύ περισσότερο ισχύουν για τη στάση των μαζών στις σημερινές συνθήκες, που δεν έχουν ακόμα κλονιστεί οι αστικοί θεσμοί, οι μηχανισμοί επιβολής της θέλησης των καπιταλιστών.
Προετοιμάζουμε την επανάσταση
Δεν είναι εύκολο να προβλέψουμε πότε θα έρθει η περίοδος αυτού του κλονισμού, όμως είναι σίγουρο ότι θα έρθει και το ΚΚΕ μαζί με μια πιο διευρυμένη πρωτοπορία συσπειρωμένη με το ΚΚΕ κυρίως από νεώτερης ηλικίας εργαζόμενους, πρέπει να είναι προετοιμασμένο, ετοιμοπόλεμο για να πετύχει την ενότητα της εργατικής τάξης, μαζικά τη συσπείρωσή της με το ΚΚΕ, το τράβηγμα των πρωτοπόρων τμημάτων των φτωχών αγροτών και αυτοαπασχολούμενων στο επαναστατικό εργατικό μέτωπο για την εξουσία.
Αυτή η προετοιμασία δε γίνεται περιμένοντας παθητικά ούτε συμμετέχοντας σε μια διακυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού.
Γίνεται με ταξικούς αγώνες που περνούν φάσεις, με υπομονή κι επιμονή.
Αυτή η προετοιμασία απαιτεί δουλειά μυρμηγκιού για την κομματική και ΚΝίτικη οικοδόμηση, για τη μαζικοποίηση - μαχητικοποίηση των σωματείων, για την αντιμονοπωλιακή κοινή πάλη εργατοϋπαλλήλων - φτωχών αγροτών - φτωχών αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις - της νεολαίας και των γυναικών τους, δηλαδή για την προώθηση της Λαϊκής Συμμαχίας.
Απαιτεί ανειρήνευτη και αποδεικτική ιδεολογική - πολιτική πάλη με τις ρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές κοινοβουλευτικές αυταπάτες, με τις φασιστικές - ρατσιστικές - ξενοφοβικές αντιλήψεις σε κάθε τόπο δουλειάς, στο σχολείο, στη γειτονιά, μέσα σε κάθε μαζική οργάνωση.
Εδώ να δώσουμε τον καλύτερο εαυτό μας, να εξοπλιστούμε με γνώση που θα φέρει και τα επιχειρήματα, να ξεπεράσουμε αδυναμίες και δισταγμούς, ν' αναπτύξουμε πρωτοβουλία και ευθύνη.
Η ζωή που δεν υποτάσσεται στη μοιρολατρία και τη σκλαβιά της εκμετάλλευσης, που στηρίζει την πίστη και τη δράση της στη γνώση ότι το μέλλον μπορεί να είναι πολύ καλύτερο, είναι ζωή γεμάτη, πρωτοπόρα, φωτεινή, ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, γιατί «όταν η κυρίαρχη τάξη σαπίζει, τότε η σαπίλα κυριαρχεί».
Το ΚΚΕ καλεί σε αυτό το δρόμο ζωής, που είναι φωτεινός ελπιδοφόρος, γιατί όπως λέει ο ποιητής:
«Η υπόθεση του προλεταριάτου, ο κομμουνισμός, είναι η πιο καθολικά ανθρώπινη, η βαθύτερη, η πιο πλατιά».

πηγή ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΝΕΟΛΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑΣ Ο κόκκινος Οχτώβρης φωτίζει τον αγώνα μας σήμερα

 

Ανακοίνωση για τα 95 χρόνια από την Οχτωβριανή Επανάσταση

Σε ανακοίνωσή της για την επέτειο από την Οχτωβριανή Επανάσταση, η Κομμουνιστική Νεολαία Ελλάδας τονίζει:
«Φέτος συμπληρώνονται 95 χρόνια από τη Σοσιαλιστική Επανάσταση που πραγματοποιήθηκε στη Ρωσία το 1917. Στις 25 Οχτώβρη με το παλιό ημερολόγιο, που αντιστοιχεί στις 7 Νοέμβρη με το σημερινό, ξεκίνησε η νικηφόρα εργατική εξέγερση, που έμεινε γνωστή στην Ιστορία ως Οχτωβριανή Επανάσταση.
Η Οχτωβριανή Επανάσταση επηρέασε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την εξέλιξη της Ιστορίας κατά τον 20ό αιώνα. Δεν ήταν η πρώτη εργατική εξέγερση αλλά ήταν η πρώτη φορά που κατοχύρωσαν τη νίκη τους και πήραν τη ζωή στα δικά τους χέρια οι μισθωτοί σκλάβοι, οι εργάτες και η καταπιεσμένη φτωχολογιά. Δίνοντας τέλος στην άθλια ζωή στην οποία τους καταδίκαζε το σάπιο σύστημα της ταξικής εκμετάλλευσης.
Γκρέμισαν τα αφεντικά, το αστικό κράτος και τις κυβερνήσεις τους. Εβγαλαν από τη μέση τους μηχανισμούς της εξουσίας των καπιταλιστών, που υπάρχουν για να την επιβάλλουν. Εβγαλαν από τη μέση τα παράσιτα τους καπιταλιστές, που είναι εντελώς άχρηστοι στη διαδικασία της παραγωγής, που μέσα από την ιδιοκτησία μετοχών και τίτλων ιδιοποιούνται τον κοινωνικό πλούτο. Οι εργάτες πήραν την εξουσία για να μπορούν να ελέγχουν από κοινού τα μέσα παραγωγής που φτιάχνουν και λειτουργούν οι ίδιοι, ώστε ο πλούτος που παράγουν να αξιοποιείται προς όφελος των λαϊκών και κοινωνικών αναγκών κι όχι για να υπάρχουν και να ζουν σε απίστευτη χλιδή τα παράσιτα. Οι εργάτες μαζί με τη φτωχή αγροτιά τσάκισαν και την τσιφλικάδικη ιδιοκτησία στη γη.
Η Οχτωβριανή Επανάσταση πραγματοποιήθηκε μέσα στη φωτιά του πρώτου ιμπεριαλιστικού παγκοσμίου πολέμου, όταν αλληλοσκοτώνονταν οι λαοί για τα συμφέροντα των καπιταλιστών. Οι επαναστατημένοι εργάτες, αγρότες και στρατιώτες της Ρωσίας, με τη νίκη τους έκαναν πράξη την υπόσχεση των σκλάβων να μετατρέψουν τον πόλεμο μεταξύ των αφεντικών για τα δικά τους φαγοπότια, σε πόλεμο ενάντιά τους.
Με την Οχτωβριανή Επανάσταση εγκαινιάστηκε πριν από περίπου ένα αιώνα η εποχή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων, η εποχή που ο αγώνας των καταπιεσμένων μπορεί να τους απελευθερώσει από την ταξική εκμετάλλευση. Ξεκίνησε για πρώτη φορά το χτίσιμο της νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας, της κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Αποδείχτηκε ότι η Ιστορία κινείται προς τα μπρος, παρά τα προσωρινά πισωγυρίσματα. Ολη η Ιστορία της ανθρωπότητας είναι Ιστορία ταξικών αγώνων και αλλαγής κοινωνικών συστημάτων. Από το δουλοκτητικό σύστημα, στη φεουδαρχία, από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Σήμερα ο καπιταλισμός έχει εξαντλήσει τα ιστορικά του όρια. Η καπιταλιστική κρίση αυτό το πράγμα φανερώνει. Γι' αυτό οι κεφαλαιοκράτες αντιστέκονται με όλες τους τις δυνάμεις στην προοπτική να γίνουν κι αυτοί παρελθόν.
Η οικοδόμηση της νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας, απέδειξε πως το παρόν και το μέλλον δεν είναι η καπιταλιστική βαρβαρότητα, η φτώχεια, η ανεργία, η πείνα, ο πόλεμος και ό,τι άλλο φέρνει ένα σύστημα που δε λογαριάζει τίποτα μπροστά στην απόκτηση του καπιταλιστικού κέρδους.
"Εμείς αρχίσαμε αυτό το έργο. Πότε ακριβώς, σε πόσο χρονικό διάστημα, οι προλετάριοι ποιανού έθνους θα αποτελειώσουν το έργο αυτό, δεν είναι το ουσιαστικό ζήτημα. Το ουσιαστικό είναι ότι ο πάγος έσπασε, ο δρόμος άνοιξε, ότι ο δρόμος χαράχτηκε" Β.Ι. Λένιν.
Η μεγάλη προσφορά του σοσιαλισμού δεν μπορεί να σβηστεί από το βρώμικο μελάνι που χύνουν στα σχολικά βιβλία, στα πανεπιστημιακά συγγράμματα, στις εφημερίδες και στα ντοκιμαντέρ τους οι καπιταλιστές.
Στη Σοβιετική Ενωση κατοχυρώθηκε η μόνιμη και σταθερή δουλειά. Η ανεργία εξαλείφθηκε. Υπήρχε ο μικρότερος εργάσιμος χρόνος. Η υγεία ήταν δικαίωμα όλου του λαού. Υπήρχε φροντίδα ώστε όλοι οι νέοι να έχουν ολόπλευρη μόρφωση, τη στιγμή που σήμερα εντείνονται οι ταξικοί φραγμοί και ο καθένας ακριβοπληρώνει για ένα πτυχίο που τον οδηγεί στην ανεργία και την κακοπληρωμένη δουλειά.
Εξασφαλίστηκε με υποδομές το δικαίωμα στην κατοικία. Η πρόσβαση και η συμμετοχή στον αθλητισμό, στον πολιτισμό. Ο λαός είχε τον ελεύθερο χρόνο για να ασχοληθεί με αυτά. Εξασφαλίστηκε το δικαίωμα στις διακοπές, τη στιγμή που φέτος στη χώρα μας, το 69% του πληθυσμού δεν μπορεί να πάει διακοπές (έρευνα ΙΝΚΑ).
Τα επιτεύγματα των λαών της σοβιετικής εξουσίας ήταν φάρος για την πάλη των λαών όλου του κόσμου. Αποτέλεσαν παράδειγμα και στήριγμά τους που, κάτω και από τη δική τους πάλη, ανάγκαζε τους καπιταλιστές άλλων χωρών σε προσωρινές υποχωρήσεις, κάτω από το φόβο να μην απειληθεί η εξουσία τους.
Ο ρόλος της ΕΣΣΔ ήταν καθοριστικός για την Αντιφασιστική Νίκη των λαών το 1945, δίνοντας 20 εκατομμύρια νεκρούς και έχοντας τεράστιες υλικές καταστροφές.
Την περίοδο 1989-1991, η πρώτη προσπάθεια για το χτίσιμο της νέας κοινωνίας ανατράπηκε. Σε όλη την Ιστορία της ανθρωπότητας, κάθε φορά που το νέο πάλευε με το παλιό δε νικούσε μια κι έξω. Ο σοσιαλισμός δεν ανατράπηκε γιατί απέτυχε, όπως ισχυρίζονται οι εκμεταλλευτές, αλλά γιατί στην πρώτη προσπάθεια της ανθρωπότητας να καταργήσει την εκμετάλλευση, δόθηκαν λαθεμένες απαντήσεις σε υπαρκτά προβλήματα, παραβιάστηκαν οι νομοτέλειες της νέας κοινωνίας.
Το μέλλον μας δεν είναι ο καπιταλισμός, είναι ο νέος κόσμος ο σοσιαλισμός!
Η οικονομική κρίση που είναι στο DNA του καπιταλισμού, φανερώνει τις άλυτες αντιθέσεις του, τα ιστορικά όρια του συστήματος της εκμετάλλευσης.
Η σοσιαλιστική επανάσταση είναι αυτή που μπορεί να κόψει το γόρδιο δεσμό, την αντίθεση που αποτελεί την πηγή της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και των κρίσεων του συστήματος. Το γεγονός δηλαδή ότι τη στιγμή που εκατομμύρια εργάτες δουλεύουν και είναι αυτοί που παράγουν όλο τον πλούτο, τα αποτελέσματα της παραγωγής τα καρπώνεται μια χούφτα καπιταλιστών γιατί σε αυτούς ανήκουν τα μέσα παραγωγής.
Η μόνη διέξοδος που υπηρετεί τα λαϊκά συμφέροντα και τις ανάγκες της νεολαίας βρίσκεται στην οργάνωση της πάλης ενάντια στις επιλογές της πλουτοκρατίας που στηρίζουν κυβέρνηση, ΕΕ, κόμματα του ευρωμονόδρομου, στην πάλη ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων για την εργατική-λαϊκή εξουσία.
Δεν υπάρχει μέση λύση. Το πραγματικό δίλημμα σήμερα είναι καπιταλισμός ή σοσιαλισμός. Ανάπτυξη και παραγωγή για τα κέρδη των καπιταλιστών ή για την ικανοποίηση των κοινωνικών και λαϊκών αναγκών.
Δεν υπάρχει άλλη λύση. Οσοι παρουσιάζουν ως νίκη, ως ανατροπή την αλλαγή στις κυβερνητικές καρέκλες και αφήνουν ανενόχλητους τους βιομήχανους, τους τραπεζίτες, τους εφοπλιστές, γίνονται εμπόδιο για την κοινωνική απελευθέρωση. Καλλιεργούν το συμβιβασμό με το εκμεταλλευτικό σύστημα.
Οι δεκαετίες του 21ου αιώνα θα γίνουν δεκαετίες μιας καινούριας ανόδου του επαναστατικού κινήματος και μιας νέας σειράς κοινωνικών επαναστάσεων. Οι νέοι και οι νέες που πυκνώνουν τις γραμμές της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού, θα πυκνώσουν και τις στρατιές της επανάστασης».

πηγή ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

95 ΧΡΟΝΙΑ ΟΧΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Από τον Απρίλη στον Οκτώβρη - Η νίκη της Επανάστασης



Στο προηγούμενο ένθετο παρουσιάσαμε τις συνθήκες στις οποίες ο Λένιν προβάλλει την ανάγκη εγκατάλειψης του συνθήματος «Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ» και στρέφει την προσοχή του Κόμματος στην προετοιμασία ένοπλης εργατικής εξέγερσης με στόχο την εργατική εξουσία μέσα από τα γεγονότα του Αυγούστου του 1917. Οι εξελίξεις που δρομολογήθηκαν στην πορεία δεν επιβεβαίωσαν μόνο αυτή την αναγκαιότητα, αλλά οδήγησαν στη νίκη της Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Αυτή την πορεία παρουσιάζουμε στο σημερινό, τελευταίο ένθετο για την Οχτωβριανή Επανάσταση. Πηγή για όλα τα ένθετα ήταν η «Εικονογραφημένη Ιστορία της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης» του Αλμπερτ Νιεναρόκοφ, εκδόσεις «Πρόγκρες».
***
Την Παρασκευή 1 του Σεπτέμβρη, έξι μήνες μετά την ανατροπή της απολυταρχίας, στη Ρωσία ανακηρύχτηκε επίσημα η δημοκρατία. Η σχετική είδηση δημοσιεύτηκε σε όλες τις εφημερίδες, ταυτόχρονα με την είδηση για την απόφαση που πήρε η Προσωρινή Κυβέρνηση να σχηματίσει ένα Διευθυντήριο (Συμβούλιο των πέντε) με την εξής σύνθεση: Πρωθυπουργός - Α. Κέρενσκι, υπουργός Στρατιωτικών - Α. Βερχόφσκι, υπουργός Ναυτικών - Ντ. Νικίτιν και υπουργός Εξωτερικών - Μ. Τερέστσενκο, με σκοπό να «αποκαταστήσει τη δημόσια τάξη που είχε κλονιστεί».


Μια από τις αιτίες δημιουργίας του Διευθυντηρίου ήταν η άρνηση των μενσεβίκων και των εσέρων να μπουν στη νέα σύνθεση της κυβέρνησης με συμμετοχή των καντέτων. Οι ηγέτες των κομμάτων του συμβιβασμού φοβούνταν μη χάσουν ολοκληρωτικά την εμπιστοσύνη των μαζών, που έτσι κι αλλιώς είχε κλονιστεί σημαντικά μετά τα γεγονότα του Ιούλη, την Κρατική Σύσκεψη και τη στάση του Κορνίλοφ.Στις πρώτες, κιόλας, μέρες μετά την καταστολή της στάσης του Κορνίλοφ, και στο κέντρο και στην επαρχία το βασικό ρόλο στις μαζικές οργανώσεις του προλεταριάτου άρχισαν να τον παίζουν οι μπολσεβίκοι.
Ο Λένιν έγραφε την 1 του Σεπτέμβρη 1917: «Τα σημάδια μιας βαθιάς κοινωνικής στροφής υπάρχουν. Αυτά δείχνουν ξεκάθαρα την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει η δουλειά. Μέσα στο προλεταριάτο παρατηρείται ολοφάνερη πτώση της επιρροής των εσέρων και των μενσεβίκων, ολοφάνερη άνοδος της επιρροής των μπολσεβίκων. Ανάμεσα στ' άλλα, ακόμη και οι εκλογές της 20 Αυγούστου παρουσίασαν αύξηση των ψήφων των μπολσεβίκων, σε σύγκριση με τις εκλογές για τα συνοικιακά Δημοτικά Συμβούλια, που έγιναν τον Ιούνη στην ίδια την Πετρούπολη, και αυτό παρά το γεγονός ότι ήλθαν "τα στρατεύματα του Καλέντιν στην Πετρούπολη"!
Αντικειμενικός δείκτης της στροφής της μικροαστικής δημοκρατίας, που δεν μπορεί να μην ταλαντεύεται ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο, είναι το δυνάμωμα, η στερέωση, η ανάπτυξη των επαναστατικών διεθνιστικών ρευμάτων: Ο Μάρτοφ κ.ά. στους μενσεβίκους, η Σπυριντόνοβα, ο Καμκόφ κ.ά. στους εσέρους. Είναι περιττό να πούμε ότι ο επερχόμενος λιμός, η οικονομική καταστροφή και οι στρατιωτικές ήττες μπορεί να επιταχύνουν εξαιρετικά αυτή τη στροφή προς την πλευρά του περάσματος της εξουσίας στο προλεταριάτο, που υποστηρίζεται από τη φτωχή αγροτιά».
Τα γεγονότα στα τέλη Αυγούστου - αρχές Σεπτέμβρη έδειξαν ότι το Κόμμα στο 6ο Συνέδριο είχε προσδιορίσει σωστά τη γενική εξέλιξη του επαναστατικού κινήματος στη χώρα, την κατεύθυνση του κύριου χτυπήματος και τις μορφές αγώνα.
Ο αγώνας κατά του κορνιλοφισμού αναζωογόνησε τα Σοβιέτ. Αρχισε μια περίοδος ανανέωσής τους, μαζικής τους μπολσεβικοποίησης. «Εφτασε όμως», τόνιζε ο Λένιν, «να φυσήξει το "δροσερό αεράκι" του κορνιλοφισμού, που προμήνυε μεγάλη φουρτούνα, για να εξανεμιστεί για ένα διάστημα καθετί το μουχλιασμένο που υπήρχε στο Σοβιέτ, και να αρχίσει να εκδηλώνεται η πρωτοβουλία των επαναστατικών μαζών σαν κάτι το μεγαλειώδες, το ρωμαλέο και το ακατάβλητο».
Στις 31 του Αυγούστου, για πρώτη φορά από τη στιγμή της ίδρυσης των Σοβιέτ, οι μενσεβίκοι και οι εσέροι βρέθηκαν στη μειοψηφία κατά την ψηφοφορία για ένα από τα βασικά ζητήματα της επανάστασης, για το ζήτημα της εξουσίας. Τη νύχτα προς την 1 του Σεπτέμβρη, το Σοβιέτ της Πετρούπολης στη συνεδρίαση της ολομέλειας με πλειοψηφία 279 ψήφων, κατά 115 και 50 λευκά πήρε την απόφαση που πρότεινε το κόμμα των μπολσεβίκων, η οποία κατέκρινε την πολιτική των συνασπισμών, καλούσε για το πέρασμα όλης της εξουσίας στα χέρια των Σοβιέτ και πρότεινε ένα πρόγραμμα επαναστατικών μετασχηματισμών στη χώρα.
Ας δούμε αποσπάσματα από την απόφαση του Σοβιέτ της Πετρούπολης για το ζήτημα της εξουσίας.
«1 του Σεπτέμβρη
...Το Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών της Πετρούπολης δηλώνει:
Στην κυβέρνηση της αστικής τάξης, της μονοκρατορίας και της αντεπαναστατικής βίας, εμείς οι εργάτες και η φρουρά της Πετρούπολης δεν θα παράσχουμε καμιά υποστήριξη. Εκφράζουμε τη σταθερή μας βεβαιότητα ότι η είδηση για τη νέα εξουσία θα γίνει δεχτή από την πλευρά όλης της επαναστατικής δημοκρατίας με μια απάντηση: "Παραιτηθείτε"».
Στην απόφαση αυτή, το κόμμα του Λένιν για πρώτη φορά μετά το 6ο Συνέδριο ξαναγύριζε στο ζήτημα για την εξουσία των Σοβιέτ. Η αλλαγή της σύνθεσης και της πολιτικής της συντριπτικής πλειοψηφίας των Σοβιέτ της χώρας, η μετατροπή τους σε μαχητικό όργανο των μαζών είχαν δημιουργήσει αντικειμενικές προϋποθέσεις για την προβολή πάλι του συνθήματος «Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ!». Ετσι ακριβώς αντιλαμβάνονταν οι μπολσεβίκοι της δεύτερης πρωτεύουσας, της Μόσχας, τη θέση του Σοβιέτ Πετρούπολης. Στην απόφασή τους, που ψηφίστηκε στις 5 του Σεπτέμβρη από το Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών της Μόσχας (με πλειοψηφία 355 ψήφων), υποστήριξαν τη λύση αυτή του ζητήματος της εξουσίας.
Στις 9 του Σεπτέμβρη, το εσερο-μενσεβίκικο προεδρείο του εργατικού τμήματος του Σοβιέτ Πετρούπολης υπέβαλε την παραίτησή του. Στις 13 του Σεπτέμβρη, επανεκλέχτηκε η Εκτελεστική Επιτροπή του στρατιωτικού τμήματος. Στις 23 του Σεπτέμβρη, οι μπολσεβίκοι μπήκαν επικεφαλής της νέας Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Από τους 400 παρόντες στη σύνοδο, οι 230 βουλευτές του Σοβιέτ ψήφισαν υπέρ των μπολσεβίκων. Οι εσέροι πήραν 102 ψήφους, οι μενσεβίκοι 54. Η εφημερίδα «Πετρογκράντσκι Λιστόκ», στο φύλλο της στις 26 του Σεπτέμβρη, έγραφε: «Το Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών της Πετρούπολης μπαίνει σε μια νέα περίοδο της ζωής του, στην μπολσεβίκικη. Η πλειοψηφία στο Σοβιέτ ανήκει τώρα στους μπολσεβίκους...».
Ο αριθμός των πόλεων, όπου τα Σοβιέτ παίρνανε αποφάσεις με προτάσεις των μπολσεβίκων, μεγάλωνε γρήγορα. Μόνο το Σεπτέμβρη, οι αποφάσεις των Σοβιέτ της Πετρούπολης και της Μόσχας για το πέρασμα όλης της εξουσίας στα χέρια των εργατών και της αγροτικής φτωχολογιάς υποστηρίχτηκαν από 80 και πλέον Σοβιέτ. Δείκτη ανόδου της επιρροής των μπολσεβίκων στις μάζες αποτέλεσαν και οι εκλογές του Σεπτέμβρη για την ανάδειξη Δούμας στις πόλεις και τις περιφέρειες. Στη Δούμα της Πετρούπολης, το 33% των ψηφοφόρων έδωσε την ψήφο του στους μπολσεβίκους. Από τις δέκα ομάδες, που πήραν μέρος στις εκλογές για την ανάδειξη Δούμας στις περιφέρειες της Μόσχας, το 47% των ψήφων το πήρε το μπολσεβίκικο κόμμα.
Στις 24 του Σεπτέμβρη η εφημερίδα «Γκαζέτα Κοπέικα» είχε ρεπορτάζ για την ανάδειξη μιας γυναίκας στη Δούμα της Πετρούπολης. Να τι έγραφε: «Στη Δούμα της Πετρούπολης, στα θεωρεία των δημοτικών συμβούλων, για πρώτη φορά, εμφανίστηκε γυναικεία μορφή. Πρόκειται για ένα νέο "Δημοτικό Σύμβουλο". Μελαχρινή, 23 χρόνων, ντυμένη με μαύρο φόρεμα. Στη διάρκεια της συνεδρίασης ανέβηκε στο βήμα δυο φορές. Συμπεριφέρεται ελεύθερα. Είναι η κυρία Σμιτ - Φάλκνερ, που υποστηρίζουν οι μπολσεβίκοι. Στο νέο "Δημοτικό Σύμβουλο", που ανήκει στο ωραίο φύλο, παραχωρήθηκε ένας από τους έξι επισιτιστικούς χαρτοφύλακες».
Στις αρχές του Σεπτέμβρη, στη χώρα μέσα σε μερικές μέρες είχε διαμορφωθεί μια πολύ ιδιόμορφη κατάσταση, την οποία ο Λένιν χαρακτήρισε «απότομη και... πρωτότυπη στροφή στη ρωσική επανάσταση»: Η αντεπανάσταση αποδείχτηκε αισθητά εξασθενημένη, τη στιγμή που το επαναστατικό στρατόπεδο είχε δυναμώσει, γιατί ο αγώνας κατά του κορνιλοφισμού συνένωσε τις διάφορες δυνάμεις του επαναστατικού κινήματος στη χώρα.
Εμφανίστηκε, σύμφωνα με τον Λένιν, πολύ σπάνια δυνατότητα ειρηνικής εξέλιξης της επανάστασης. Στα Σοβιέτ δινόταν ακόμη μια πιθανότητα να πάρουν την εξουσία με ειρηνικό τρόπο.
Γρήγορα όμως άλλαξε γνώμη. Οπως έγραψε ο ίδιος, «όταν, όμως, διάβασα τις εφημερίδες του Σαββάτου και τις σημερινές, της Κυριακής, είπα μέσα μου: ...Ολα δείχνουν ότι οι μέρες που κατά σύμπτωση έγινε δυνατός ο δρόμος της ειρηνικής εξέλιξης ανήκουν πια στο παρελθόν».
Τι συνέβη όμως τις δυο αυτές μέρες;
Τη νύχτα προς τις 2 του Σεπτέμβρη, μετά την έκτακτη διήμερη σύσκεψη της κοινής ολομέλειας της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών και της Εκτελεστικής Επιτροπής του Πανρωσικού Σοβιέτ των αγροτών βουλευτών, η εσερο-μενσεβίκικη καθοδήγηση, που όλο και διατηρούσε ακόμη την πλειοψηφία στην Πανρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή (ΠΚΕΕ), πέρασε την απόφαση για υποστήριξη του Διευθυντηρίου, παραχωρώντας πάλι με τον τρόπο αυτό στον Κέρενσκι την αρμοδιότητα να σχηματίσει κυβέρνηση κατά την κρίση του. Ετσι, δηλώνοντας στα λόγια τη ρήξη τους με τους καντέτους, οι ηγέτες των μενσεβίκων και των εσέρων για άλλη μια φορά συνθηκολόγησαν μαζί τους. Οι μπολσεβίκοι εκτίμησαν το βήμα αυτό της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής (ΚΕΕ) σαν νέα προδοσία των συμφερόντων της επανάστασης, σαν άρνηση της ρεαλιστικής δυνατότητας για κατάληψη της εξουσίας με ειρηνικό τρόπο.
Ο Λένιν, φτάνοντας στο συμπέρασμα ότι είναι αδύνατη τελικά η ειρηνική εξέλιξη της επανάστασης, γράφει το γράμμα προς την Κεντρική Επιτροπή, τις Επιτροπές Πετρούπολης και Μόσχας του ΣΔΕΚΡ (μπ.) από 12 έως 14 του Σεπτέμβρη «Οι μπολσεβίκοι πρέπει να πάρουν την εξουσία»: «Οι μπολσεβίκοι, αφού πήραν την πλειοψηφία στα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών και στις δυο πρωτεύουσες, μπορούν και πρέπει να πάρουν την κρατική εξουσία στα χέρια τους.
Μπορούν, γιατί η δραστήρια πλειοψηφία των επαναστατικών στοιχείων του λαού και στις δυο πρωτεύουσες είναι αρκετή για να προσελκύσει τις μάζες, να καταβάλει την αντίσταση του εχθρού, να τον τσακίσει, να καταλάβει την εξουσία και να την κρατήσει. Γιατί, προτείνοντας αμέσως δημοκρατική ειρήνη, δίνοντας αμέσως τη γη στους αγρότες, αποκαθιστώντας τους δημοκρατικούς θεσμούς και τις ελευθερίες που κουρέλιασε και εκμηδένισε ο Κέρενσκι, οι μπολσεβίκοι θα σχηματίσουν μια τέτοια κυβέρνηση, που κανείς δε θα μπορούσε να την ανατρέψει.
Η πλειοψηφία του λαού είναι με το μέρος μας. Αυτό το απέδειξε ο μακρύς και δύσκολος δρόμος που περάσαμε από τις 6 του Μάη έως τις 12 του Σεπτέμβρη: Η πλειοψηφία μέσα στα Σοβιέτ στις δυο πρωτεύουσες είναι καρπός της στροφής του λαού προς το μέρος μας. Οι ταλαντεύσεις των εσέρων και των μενσεβίκων, το δυνάμωμα των διεθνιστών στις γραμμές τους δείχνουν το ίδιο πράγμα.
Η Δημοκρατική σύσκεψη δεν αντιπροσωπεύει την πλειοψηφία του επαναστατικού λαού, παρά μόνο την ηγεσία των μικροαστών συμβιβαστών...
Γιατί οι μπολσεβίκοι πρέπει να πάρουν την εξουσία ακριβώς τώρα;
Επειδή η επικείμενη παράδοση της Πετρούπολης (σ.σ. παράδοσή της από την κυβέρνηση της αστικής τάξης στους Γερμανούς) θα μειώσει εκατό φορές τις πιθανότητες επιτυχίας μας.
Οσο όμως υπάρχει στρατός με τους Κέρενσκι και Σία επικεφαλής του, δεν μπορούμε να εμποδίσουμε την παράδοση της Πετρούπολης...
Ο λαός κουράστηκε από τις ταλαντεύσεις των μενσεβίκων και των εσέρων. Μόνο η δική μας νίκη στις δυο πρωτεύουσες θα τραβήξει τους αγρότες μαζί μας.
Δεν πρόκειται για τη "μέρα" της εξέγερσης, για τη "στιγμή" της εξέγερσης με τη στενή έννοια της λέξης. Αυτό θα το αποφασίσει μόνο η γενική γνώμη εκείνων που έρχονται σ' επαφή με τους εργάτες και τους στρατιώτες, με τις μάζες...
Το ζήτημα είναι ότι πρέπει να κάνουμε ξεκάθαρο για το Κόμμα το καθήκον: Να βάλουμε στην ημερήσια διάταξη την ένοπλη εξέγερση στην Πετρούπολη και στη Μόσχα (μαζί με την περιοχή), την κατάληψη της εξουσίας, την ανατροπή της κυβέρνησης...
Να θυμηθούμε, να καλοσκεφθούμε τα λόγια του Μαρξ για την εξέγερση: "Η εξέγερση είναι τέχνη", κτλ...
Οι αξιοθρήνητες ακριβώς ταλαντεύσεις της "Δημοκρατικής σύσκεψης" πρέπει να εξαντλήσουν και θα εξαντλήσουν την υπομονή των εργατών της Πετρούπολης και της Μόσχας! Η Ιστορία δε θα μας το συγχωρήσει, αν δεν πάρουμε τώρα την εξουσία».
Από τα μέσα του Σεπτέμβρη το σύνθημα «Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ!» έγινε ισοδύναμο με το σύνθημα για ένοπλη εξέγερση. Λόγος γινόταν όχι για την ημερομηνία της εξέγερσης με τη στενή έννοια, αλλά για το ότι η επανάσταση μπήκε σε ένα καινούριο στάδιο της εξέλιξής της, που απαιτούσε να μπει «στην ημερήσια διάταξη» το ζήτημα της κατάληψης της εξουσίας από το προλεταριάτο σε συμμαχία με την αγροτική φτωχολογιά. Γιατί στη χώρα μεγάλωνε γρήγορα η πανεθνική κρίση. Πώς εκφραζόταν συγκεκριμένα η πανεθνική κρίση;
Πρώτ' απ' όλα η κυβέρνηση είχε παραλύσει. Μερικές εντολές της δόθηκαν με την πρωτοβουλία των επαναστατημένων μαζών (ανακήρυξη της Ρωσίας σε δημοκρατία, φυλάκιση των δραστήριων εμψυχωτών και οργανωτών της κορνιλοφικής στάσης - των στρατηγών Κορνίλοφ, Λουκόμσκι, Ρομάνοφσκι και του συνταγματάρχη Πλιουσέφσκι - Πλιούσικ). Αλλες, που στρέφονταν ενάντια στις μάζες αυτές, παραγνωρίζονταν και δεν εκπληρώνονταν. Ετσι, παρά την απειλητική διαταγή του Κέρενσκι (που στις 30 Αυγούστου έγινε και Ανώτατος Διοικητής), η οποία απαγόρευε στους στρατιώτες να ασχολούνται με την πολιτική, στο Μινσκ συνέρχεται ανοιχτά σύσκεψη των μπολσεβίκων της περιοχής και του μετώπου, που την επιδοκιμάζουν πλατιά οι στρατιώτες. Αυξάνει και ευρύνεται η εντατική οικοδόμηση των τμημάτων της Κόκκινης Φρουράς, παρά την κυβερνητική απαγόρευση για «αυθαίρετη» συγκρότηση οποιωνδήποτε λεγόμενων τμημάτων αγώνα κατά της αντεπανάστασης. Μόνο στην Πετρούπολη, στις αρχές του Σεπτέμβρη, οι κοκκινοφρουροί αριθμούσαν 13-15 χιλιάδες.
Οι δυνάμεις της εξουσίας όχι μόνο δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν τη χώρα όπως παλιότερα, αλλά χρεοκόπησε και η πολιτική του συμβιβασμού που ακολουθούσαν οι μενσεβίκοι και οι εσέροι. Αυτό βρήκε την έκφρασή του στο ότι και τα δυο αυτά κόμματα μετά τα γεγονότα του Ιούλη ήδη «αποδείχτηκαν στην πράξη συνεργάτες και βοηθοί των αντεπαναστατών δημίων. Η ανεπίγνωστη ευπιστία των μικροαστών στους καπιταλιστές τους οδήγησε», έγραφε ο Λένιν, «ως τη συνειδητή υποστήριξη των αντεπαναστατών».
Η κατάσταση επιδεινωνόταν, η οικονομία της χώρας παρήκμαζε, η καταστροφή στη βιομηχανία και τις μεταφορές πήρε πανρωσικές διαστάσεις. Η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε αισθητά. Το 1917, ο όγκος της σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος ελαττώθηκε κατά 36,4%. Η παραγωγή ατσαλιού και χυτοσίδηρου μειώθηκε σχεδόν 2 φορές, η εξόρυξη κάρβουνου έπεσε στο επίπεδο του 1911. Οι σιδηροδρομικές μεταφορές είχαν αποδιοργανωθεί απίστευτα: Δεν επαρκούσαν τα καύσιμα, τα βαγόνια, οι ατμομηχανές, οι γραμμές καταστρέφονταν.
Η οικονομική κρίση επιτάχυνε τους ρυθμούς αποσύνθεσης της οικονομίας. Η αύξηση των τιμών οδήγησε στην αύξηση της έκδοσης χαρτονομισμάτων, γνωστών με την ονομασία «κέρενκι». Αυτά εκδίδονταν σε χωριστά φύλλα, 40 αντίτυπα στο φύλλο, και θεωρούνταν «έγκυρα εφόσον διατηρούσαν τα 3/4 του μεγέθους τους και αναγνωρίζονταν από την εξωτερική τους όψη». Το Σεπτέμβρη είχαν εκδοθεί χαρτονομίσματα που έφταναν σε αξία τα 1.954,4 εκατομμύρια ρούβλια. Το ρούβλι είχε αγοραστική ικανότητα που μόλις και μετά βίας αντιστοιχούσε στα 10 προπολεμικά καπίκια. Η Ρωσία βάδιζε γρήγορα προς την οικονομική καταστροφή. Η ανέχεια και η δυστυχία των εργαζόμενων μαζών είχαν φτάσει στο απροχώρητο.
Σ' ολόκληρη τη χώρα ξέσπασαν ταραχές εξαιτίας της πείνας. Σε μερικές περιπτώσεις, όπως λόγου χάρη στο Ζιτομίρ, κάλεσαν το στρατό ενάντια στους διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν κατά της ακρίβειας του ψωμιού. Την 1 του Σεπτέμβρη, στα Ουράλια έγινε μια μεγαλειώδης 24ωρη πολιτική απεργία. Οι προλετάριοι των Ουραλίων απαιτούσαν ομόφωνα αποφασιστικό αγώνα κατά της αντεπανάστασης και την παράδοση της εξουσίας στα Σοβιέτ. Αυτό απέδειχνε την αλλαγή του χαρακτήρα του απεργιακού αγώνα, απέδειχνε ότι οι εργάτες είχαν χάσει τις αμυνίτικες διαθέσεις, είχαν ξεφύγει από την επιρροή των συμβιβασμένων.
Συνολικά, το Σεπτέμβρη στις βιομηχανικές επιχειρήσεις είχαν καταγραφεί 169 εκδηλώσεις: 108 απεργίες, 18 εργατικές ταραχές, 33 περιπτώσεις εφαρμογής εργατικής αυτοδιοίκησης, 21 συλλήψεις και απομακρύνσεις της εργοστασιακής διεύθυνσης, 8 καταλήψεις επιχειρήσεων κλπ. Μεγάλο πολιτικό γεγονός αποτέλεσε μια από τις πιο μαζικές οικονομικές απεργίες της προοκτωβριανής περιόδου, η πανρωσική απεργία των σιδηροδρομικών. «Η Πανρωσική Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή Σιδηροδρομικών, με πλειοψηφία 19 ψήφων έναντι 16, αποφάσισε να αρχίσει πανρωσική απεργία των σιδηροδρομικών στις 12 η ώρα τη νύχτα στις 23 προς 24 του Σεπτέμβρη. Οι περιφερειακές επιτροπές σιδηροδρομικών διαφόρων πόλεων της Ρωσίας συνενώνονται με την απόφαση της ΚΕΚ των σιδηροδρομικών, που αποφάσισε να κηρύξει απεργία.
Η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος του Λένιν κάλεσε τους εργάτες και τους αγρότες να «περιβάλουν τους σιδηροδρομικούς με μιαν ατμόσφαιρα πλήρους αλληλεγγύης», να τους προστατεύσουν από τις διώξεις των αντεπαναστατών, και να τους βοηθήσουν να κερδίσουν τη νίκη. Η απεργία, την οποία υποστήριζε ολόκληρη η εργατική τάξη, διεξαγόταν οργανωμένα. Οι απεργοί φρουρούσαν τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, το τροχαίο υλικό. Η απεργία των σιδηροδρομικών ανάγκασε την Προσωρινή Κυβέρνηση να κάνει παραχωρήσεις, και να ικανοποιήσει μερικώς τα αιτήματα που είχαν προβάλει.
Οι επιχειρηματίες, για να καταπολεμήσουν το εργατικό κίνημα που μεγάλωνε, έκλειναν τα εργοστάσια. Για παράδειγμα, την 1 του Σεπτέμβρη, στην περιοχή του Ιβάνοβο - Βοζνεσένσκ, οι εργοστασιάρχες πέταξαν στο δρόμο 10 χιλιάδες υφαντουργούς. Με το πρόσχημα της έλλειψης πρώτης ύλης, η διεύθυνση του εργοστασίου μηχανουργίας και χυτηρίου «Βουλκάν» της Πετρούπολης ανάγγειλε το κλείσιμο του εργοστασίου και την απόλυση των εργατών από τις 7 του Σεπτέμβρη. Στις 8 του Σεπτέμβρη, η διεύθυνση του εργοστασίου χυτηρίου και μηχανουργίας «Παρβιάινεν», με τη δικαιολογία της έλλειψης καυσίμων, ανακοίνωσε την απόλυση 1.630 εργατών.
Επικεφαλής του αγώνα κατά των λοκάουτ έμπαιναν οι μπολσεβίκοι. Οντας μέλη των εργοστασιακών επιτροπών, εξακρίβωναν το πραγματικό μέγεθος των αποθεμάτων καυσίμων και τροφών, εξηγούσαν στους εργάτες τις αληθινές αιτίες των αποφάσεων που έπαιρναν οι επιχειρηματίες, ξεσήκωσαν το προλεταριάτο σε οργανωμένο αγώνα κατά του κεφαλαίου. Ετσι, λόγου χάρη, στις 6 του Σεπτέμβρη, η αχτιδική επιτροπή του Κόμματος του Σουραχάνι, της επαρχίας του Μπακού, οργάνωσε συλλαλητήριο με αφορμή την απόλυση εργατών από την Εταιρεία Πετρελαίου του Μπακού. Την επομένη, σύμφωνα με απόφαση του συλλαλητηρίου, απέργησαν οι εργάτες ολόκληρης της περιοχής του Σουραχάνι. Στα τέλη του Σεπτέμβρη, η απεργία είχε επεκταθεί σε όλες τις πετρελαιοπηγές του Μπακού.
Την ίδια περίοδο επίσης διευρυνόταν και αναπτυσσόταν και το αγροτικό κίνημα, για την κατάπνιξη του οποίου η κυβέρνηση χρησιμοποιούσε τα πιο αυστηρά μέτρα. Στις 8 του Σεπτέμβρη, ο Κέρενσκι υπόγραψε διαταγή, στην οποία αναφερόταν ότι οι εκδηλώσεις των αγροτών θα τιμωρούνται με όλη την αυστηρότητα μιας εμπόλεμης περιόδου.
Στις περιοχές της χώρας, όπου οι αγρότες καταλάμβαναν χωράφια, τσιφλίκια, αγροτικές περιουσίες, κλπ., στάλθηκαν αποσπάσματα για την καταστολή τους.
Παρ' όλα αυτά, το αγροτικό κίνημα προχωρούσε. Μόνο το Σεπτέμβρη, σε 68 κυβερνεία και περιοχές της Ρωσίας είχαν καταγραφεί 630 αγροτικές εκδηλώσεις.
Στα μέσα του Σεπτέμβρη, το Σοβιέτ της Τασκένδης, που μόλις είχε επανεκλεγεί, συγκρότησε Προσωρινή Επαναστατική Επιτροπή, η οποία απομάκρυνε από την εξουσία την τοπική διοίκηση, και έβαλε κάτω από τον έλεγχό της το ταχυδρομείο, το τηλεγραφείο και τον τηλεφωνικό σταθμό. Αφοπλίστηκε η σχολή των ανθυπολοχαγών. Ο Κέρενσκι θεώρησε τα γεγονότα της Τασκένδης σαν «αντεπαναστατική ανταρσία». Με εντολή του στάλθηκε στην Τασκένδη απόσπασμα καταστολής. Από το τηλεγράφημα του Α. Κέρενσκι από 19 του Σεπτέμβρη προς την Επιτροπή του Τουρκεστάν της Προσωρινής Κυβέρνησης για τη λήψη μέτρων ενάντια στο Σοβιέτ της Τασκένδης: «...Να μην αρχίσετε οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις με τους στασιαστές, οι παραπέρα ταλαντεύσεις είναι απαράδεχτες, είναι αναγκαία η λήψη των πιο αποφασιστικών μέτρων. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να ανεχτεί την ατιμωρησία των εγκλημάτων, που εκθέτουν σε κίνδυνο την υπόσταση του πληθυσμού ολόκληρων περιοχών. Ολοι οι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει αμέσως να κληθούν να εκτελέσουν το υπηρεσιακό τους καθήκον... Καμιά εντολή, που έρχεται σε αντίθεση με τις υποδείξεις αυτές, να μη δοθεί.
Ο Ανώτατος Διοικητής Κέρενσκι»
Παρ' όλα αυτά, η χρησιμοποίηση του στρατού για την καταστολή των εκδηλώσεων γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Οι μάζες των στρατιωτών όλο και περισσότερο πείθονταν πως η πολιτική της Προσωρινής Κυβέρνησης ήταν προδοτική. Στις αρχές του Σεπτέμβρη, μερικοί λόχοι του 74ου εφεδρικού συντάγματος πεζικού στην πόλη Οριόλ αρνήθηκαν να επιτρέψουν τη λειτουργία πειθαρχικών δικαστηρίων στους λόχους τους, και αποπειράθηκαν να συλλάβουν το διοικητή του συντάγματος, ο οποίος τάχθηκε υπέρ των μέτρων αυτών. Οι στρατιώτες δήλωσαν ότι δεν είχαν εκλέξει αυτοί την Προσωρινή Κυβέρνηση και τον Κέρενσκι, και γι' αυτό δεν τους αναγνώριζαν.
Μια από τις αποδείξεις της πανεθνικής κρίσης ήταν και η ενεργός παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας του διεθνούς ιμπεριαλισμού για στήριξη της κυβέρνησης Κέρενσκι. Η Αμερική παραχώρησε στην Προσωρινή Κυβέρνηση νέα πίστωση ύψους 125 εκατομμυρίων δολαρίων. Μεγάλο δάνειο ύψους 105 εκατομμυρίων γεν πήρε η Ρωσία από την Ιαπωνία (είναι αλήθεια ότι τα 70 εκατομμύρια απ' αυτά δόθηκαν για λογαριασμό της πληρωμής παλιών χρεών). Ομως, οι σύμμαχοι δεν βοηθούσαν μόνο, αλλά και απαιτούσαν. Κατά την ακρόαση που είχε ο Κέρενσκι στις 26 του Σεπτέμβρη, οι πρεσβευτές της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Ιταλίας έλεγαν με μεγάλη επιμονή ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση «οφείλει να αποδείξει στην πράξη την αποφασιστικότητά της να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα με σκοπό να αποκαταστήσει την πειθαρχία και το αληθινό πολεμικό πνεύμα στο στρατό, όπως και να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία του κυβερνητικού μηχανισμού τόσο στο μέτωπο, όσο και στα μετόπισθεν».
Στις 29 του Σεπτέμβρη, ύστερα από απαίτηση του Αγγλου πρεσβευτή Μπιούκενεν, η Προσωρινή Κυβέρνηση είχε διώξει δικαστικά το συντάκτη της μπολσεβίκικης εφημερίδας της Μόσχας «Σοτσιαλντεμοκράτ» Β. Σολοβιόφ για τη δημοσίευση, στο φύλλο αριθ. 150, του άρθρου «Για τους πράκτορες του ξένου ιμπεριαλισμού», όπου γινόταν λόγος για την υποστήριξη της ρωσικής αντεπανάστασης από τον Αγγλο πρεσβευτή. Ενώ στη Ρίγα, οι γερμανικές στρατιωτικές αρχές εκτέλεσαν έξι μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ των εργατών βουλευτών. Αυτή ήταν η καταπληκτική ομοψυχία και των δύο εμπόλεμων ομάδων της διεθνούς αστικής τάξης απέναντι στους πραγματικούς εκφραστές των επαναστατικών συμφερόντων του ρωσικού προλεταριάτου.
Αναζητώντας διέξοδο από την κρίση που είχε δημιουργηθεί, και για να εξετάσει το ζήτημα της εξουσίας, η εσερο-μενσεβίκικη ΚΕΕ των Σοβιέτ κάλεσε στις 14 του Σεπτέμβρη τη λεγόμενη Πανρωσική Δημοκρατική Σύσκεψη, αναβάλλοντας και υποκαθιστώντας στην πράξη με τον τρόπο αυτό τη σύγκληση του Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ. Στη σύσκεψη είχαν έρθει πάνω από 1.500 άτομα. Στα Σοβιέτ, τα οποία εκπροσωπούσαν, βέβαια, τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού, παραχωρήθηκαν μόνο 230 θέσεις, 300 θέσεις δόθηκαν στις αυτοδιοικήσεις των πόλεων, 200 στα ζέμστβο, 120 στους συνεταιρισμούς. Η σύνθεση αυτή εξασφάλιζε μια πλειοψηφία υπάκουη στους μενσεβίκους και εσέρους. Με πρότασή τους, η Δημοκρατική Σύσκεψη αποφάσισε να σχηματίσει Προσωρινό Σοβιέτ της Ρωσικής Δημοκρατίας ή, όπως το είχαν ονομάσει αλλιώτικα, Προκοινοβούλιο, ένα μόνιμο αντιπροσωπευτικό όργανο πλάι στην Προσωρινή Κυβέρνηση. Από πρώτη άποψη φαινόταν ότι στη Ρωσία εισάγεται το κοινοβουλευτικό σύστημα. Ομως, σύμφωνα με τον κανονισμό που είχε εγκρίνει η Προσωρινή Κυβέρνηση, το Προκοινοβούλιο αποτελούσε όλο κι όλο ένα συμβουλευτικό, μόνο, όργανο της Κυβέρνησης.
Ο Λένιν τάχθηκε αποφασιστικά υπέρ του μποϊκοταρίσματος του Προκοινοβουλίου, δείχνοντας πως η ουσία του συνίσταται στην εξαπάτηση των εργατών και των αγροτών για να τους αποσπάσει από την επανάσταση, πως η τακτική συμμετοχή στο Προκοινοβούλιο δεν ανταποκρίνεται στις αντικειμενικές αμοιβαίες σχέσεις των τάξεων και στις συνθήκες της στιγμής.
Στις 25 του Σεπτέμβρη, ύστερα από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις των μελών του Διευθυντηρίου και της Επιτροπής της Δημοκρατικής Σύσκεψης με τους εκπροσώπους των βιομηχάνων της Μόσχας, επιτεύχθηκε ο κύριος στόχος, τον οποίο επεδίωκαν οι μενσεβίκοι και οι εσέροι συγκαλώντας τη Δημοκρατική Σύσκεψη. Τη μέρα αυτή ολοκληρώθηκε ο σχηματισμός της τρίτης (και τελευταίας) κυβέρνησης συνασπισμού.
Ο σχηματισμός της νέας κυβέρνησης δεν έσωσε τη χώρα από την πανεθνική κρίση, που όλο και πιο απειλητικά εκδηλωνόταν στην ανικανότητα της εξουσίας, στην οικονομική ερήμωση, στην άνοδο του επαναστατικού κινήματος, στην ολοκληρωτική απομάκρυνση του στρατού από την κυβέρνηση, στην όξυνση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.
Δημιουργήθηκε η απαραίτητη για τη νικηφόρα εξέγερση επαναστατική κατάσταση. Είχε φτάσει σε τέτοια ένταση, που τα «ανώτερα στρώματα» δεν μπορούσαν πια να διοικούν με τον παλιό τρόπο, ενώ τα «κατώτερα κοινωνικά στρώματα» ήταν αδύνατο να ζουν όπως πρώτα.
«Η κρίση ωρίμασε», προειδοποιούσε ο Λένιν στις 29 του Σεπτέμβρη. «Ολόκληρο το μέλλον της ρωσικής επανάστασης παίζεται κορόνα-γράμματα».
Αναλύοντας όλο το σύνολο των γεγονότων στη χώρα, ο Λένιν έφτασε στο συμπέρασμα ότι είναι αναγκαίο να υλοποιηθούν άμεσα οι αποφάσεις του 6ου Συνεδρίου του Κόμματος για την προετοιμασία της ένοπλης εξέγερσης. «Μας ακολουθεί η πλειοψηφία της τάξης που είναι η εμπροσθοφυλακή της επανάστασης, η εμπροσθοφυλακή του λαού, που είναι ικανή να συναρπάσει τις μάζες», έγραφε ο Λένιν. «Μας ακολουθεί η πλειοψηφία του λαού...».
Στην ενεργή, συνειδητή υποστήριξη των μπολσεβίκων από τις πιο πλατιές μάζες της Ρωσίας κατάληγε η σαφής απάντηση στο ερώτημα: Μπορούν άραγε οι μπολσεβίκοι να καταλάβουν την εξουσία; Ο Λένιν στο ερώτημα αυτό απαντούσε καταφατικά: «Μπορούν και πρέπει να πάρουν την κρατική εξουσία στα χέρια τους», γιατί μόνον έτσι θα σώσουν τη χώρα από την καταστροφή: θα ικανοποιήσουν τις αξιώσεις της αγροτιάς, που στη διάρκεια των εφτά μηνών της επανάστασης δεν πήρε από τα κόμματα συνασπισμού τίποτε, εκτός από κενές υποσχέσεις. Θα αποτρέψουν την επικείμενη παράδοση της επαναστατικής Πετρούπολης στους Γερμανούς. Θα εμποδίσουν τη χωριστή ειρήνη ανάμεσα στους Αγγλους και τους Γερμανούς ιμπεριαλιστές, με τις κοινές προσπάθειες των οποίων μπορεί να πνιγεί η ρωσική επανάσταση. Θα προτείνουν πραγματική ειρήνη στους λαούς.
Οι μπολσεβίκοι πρέπει να καταλάβουν την εξουσία, γιατί μόνον αυτοί έχουν σαφή και κατανοητό για τις μάζες σχέδιο εξόδου της χώρας από την παρατεταμένη κρίση: εγκαθίδρυση σωστού και δίκαιου συστήματος στη χρησιμοποίηση της εργατικής δύναμης στην παραγωγή και την κατανομή των προϊόντων, εξάλειψη της οποιασδήποτε περιττής δαπάνης δυνάμεων και μέσων. «Ο έλεγχος, η επίβλεψη, η καταγραφή», υπογράμμιζε ο Λένιν, «αυτά έχουν τον πρώτο λόγο στην αντιμετώπιση της καταστροφής και της πείνας. Αυτό είναι αναμφισβήτητο και πανθομολογούμενο».
Μόνον ο εργατικός έλεγχος στην παραγωγή και την κατανομή των τροφίμων, η εθνικοποίηση των τραπεζών και της μεγάλης βιομηχανίας, η κατάσχεση των τσιφλικάδικων ιδιοκτησιών και η εθνικοποίηση όλης της γης στη χώρα και άλλα επαναστατικά μέτρα θα μπορούσαν να σώσουν τη Ρωσία από την ερήμωση, την πείνα και παράλληλα να τη σπρώξουν μπροστά, προς το σοσιαλισμό.
Η συνεπής διεξαγωγή όλων αυτών των μέτρων προς το συμφέρον της επαναστατικής δημοκρατίας σήμαινε εκείνο το αποφασιστικό βήμα προς το σοσιαλισμό, το οποίο με κανέναν τρόπο δεν αποφάσιζαν να κάνουν οι ηγέτες των μενσεβίκων και των εσέρων. «Στη Ρωσία του 20ού αιώνα, που κατάκτησε τη δημοκρατία και το δημοκρατισμό με τον επαναστατικό δρόμο, δεν μπορείς να πας μπροστά», υπογράμμιζε ο ηγέτης της ρώσικης επανάστασης, «χωρίς να βαδίσεις προς το σοσιαλισμό, χωρίς να κάνεις βήματα προς αυτόν... Κι αν φοβάσαι να πας μπροστά, αυτό σημαίνει πως πας πίσω, κι αυτό κάνουν οι κ.κ. Κέρενσκι, με την ανόητη συνδρομή των Τσερετέλι και των Τσερνόφ, προκαλώντας τον ενθουσιασμό των Μιλιουκόφ και των Πλεχάνοφ». Μόνο παίρνοντας την εξουσία οι μπολσεβίκοι θα μπορούσαν να σώσουν τη Ρωσία από το πισωδρομικό αυτό κίνημα.
Οι μπολσεβίκοι έπρεπε ακόμη να πάρουν την εξουσία, γιατί, όπως σημείωνε ο Λένιν, αποτελούν το μοναδικό κόμμα, που είναι ικανό να σχηματίσει μια σταθερή κυβέρνηση που να βασίζεται «ανοιχτά και ανεπιφύλακτα στην πλειοψηφία του πληθυσμού» και επομένως μπορούν να προβάλλουν «μια πραγματικά μεγαλειώδη τόλμη και αποφασιστικότητα στην άσκηση της εξουσίας». Πραγματικό και άμεσο όργανο της λαϊκής εξουσίας ήταν τα Σοβιέτ.
Στις 10 του Οκτώβρη, για πρώτη φορά ύστερα από τρίμηνη παρανομία, ο Λένιν πήρε μέρος στην ειδική συνεδρίαση της ΚΕ του Κόμματος, που αποφάσισε για την ένοπλη εξέγερση. Η απόφαση για την ένοπλη εξέγερση, που ψηφίστηκε στη συνεδρίαση της ΚΕ του ΣΔΕΚΡ (μπ) λέει ανάμεσα σε άλλα τα εξής: «Η ΚΕ θεωρεί ότι τόσο η διεθνής θέση της ρωσικής επανάστασης (εξέγερση στο στόλο της Γερμανίας, σαν ανώτατη εκδήλωση της ανάπτυξης σε όλη την Ευρώπη της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης, καθώς και ο κίνδυνος σύναψης ειρήνης μεταξύ των ιμπεριαλιστών με σκοπό να πνίξουν την επανάσταση στη Ρωσία), όσο και η στρατιωτική κατάσταση (βέβαιη απόφαση της ρωσικής αστικής τάξης και του Κέρενσκι και Σία να παραδώσουν την Πετρούπολη στους Γερμανούς), όσο και η κατάκτηση από το προλεταριακό κόμμα της πλειοψηφίας στα Σοβιέτ - όλα αυτά, σε συνδυασμό με την εξέγερση των αγροτών και τη στροφή της εμπιστοσύνης του λαού προς το κόμμα μας (εκλογές στη Μόσχα), τέλος, η έκδηλη προετοιμασία ενός δεύτερου κινήματος Κορνίλοφ (απομάκρυνση των στρατευμάτων από την Πετρούπολη, μεταφορά κοζάκων στην Πετρούπολη, κύκλωση του Μινσκ από κοζάκους κλπ.) - όλα αυτά βάζουν στην ημερήσια διάταξη την ένοπλη εξέγερση.
Διαπιστώνοντας έτσι ότι η ένοπλη εξέγερση είναι αναπόφευκτη, κι ότι έχει ωριμάσει πέρα για πέρα, η ΚΕ καλεί όλες τις οργανώσεις του Κόμματος να καθοδηγούνται από τη γραμμή αυτή, και να συζητούν και να λύνουν ανάλογα όλα τα πρακτικά ζητήματα (συνέδριο των Σοβιέτ Βόρειας Περιοχής, απομάκρυνση των στρατευμάτων από την Πετρούπολη, δράση των κατοίκων της Μόσχας και του Μινσκ κ.λπ.)».
Στη συνεδρίαση αυτή ιδρύθηκε και Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ, με επικεφαλής τον Λένιν, για την πολιτική καθοδήγηση της εξέγερσης.
Στις 11 του Οκτώβρη, στο Σμόλνι άρχισε το συνέδριο των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών της Βόρειας περιοχής, το οποίο είχε συγκληθεί με πρωτοβουλία της ΚΕ του ΣΔΕΚΡ (μπ). Σ' αυτό εκπροσωπήθηκαν τα Σοβιέτ πολλών πόλεων: από την Πετρούπολη και τη Μόσχα μέχρι το Βίμποργκ και τη Νάρβα. Επιπλέον, στις εργασίες του συνεδρίου έπαιρναν μέρος εκπρόσωποι του Σοβιέτ αγροτών βουλευτών της Πετρούπολης, του 2ου συνεδρίου του στόλου της Βαλτικής, της Περιφερειακής Επιτροπής του στρατού, του στόλου και των εργατών της Φινλανδίας κ.ά.
Η εσερο-μενσεβίκικη Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή (ΚΕΕ) των Σοβιέτ θεώρησε το συνέδριο σαν ειδική σύσκεψη, και ανακάλεσε τους αντιπροσώπους της. Οι μενσεβίκοι παράμειναν στο συνέδριο μόνο για «λόγους ενημέρωσης». Με πρόταση του μπολσεβίκικου τμήματος, που είχε τον ηγετικό ρόλο στις εργασίες του συνεδρίου, ψηφίστηκε απόφαση που απέρριψε την άποψη ότι είναι «ειδική σύσκεψη» και ότι το συνέδριο είναι κανονικό.
Οι εισηγήσεις των εκπροσώπων των Σοβιέτ του στόλου της Βαλτικής, της Κρονστάνδης, του Ελσινγκφορς, της Περιφερειακής Επιτροπής του στρατού, του στόλου και των εργατών της Φινλανδίας είχαν επιβεβαιώσει πλήρως τα συμπεράσματα του Λένιν για την ετοιμότητα των μαζών για εξέγερση.
Σε μια συνεδρίαση της μπολσεβίκικης ομάδας του συνεδρίου διαβάστηκε «Γράμμα προς τους συντρόφους μπολσεβίκους που παίρνουν μέρος στο συνέδριο των Σοβιέτ περιοχής του Βορρά», γραμμένο από τον Β.Ι. Λένιν. «Σύντροφοι», έλεγε, «η επανάστασή μας περνάει εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο. Η στιγμή είναι τέτοια που η αργοπορία ισοδυναμεί αληθινά με θάνατο».
Κάτω από την επιρροή των μπολσεβίκων, το συνέδριο πήρε απόφαση, με την οποία τόνιζε την κρίσιμη εσωτερική και εξωτερική κατάσταση της χώρας, και παραδεχόταν ότι «μόνο το άμεσο πέρασμα όλης της εξουσίας στα χέρια των οργάνων της επανάστασης - στα Σοβιέτ των εργατών, των στρατιωτών και αγροτών βουλευτών στο κέντρο και κατά τόπους μπορεί να σώσει το λαό».
Στις 14 του Οκτώβρη, στη Μόσχα, στο προεδρείο της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών εκλέχτηκαν αποκλειστικά μπολσεβίκοι. Στις 16 του Οκτώβρη, το Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών στο Σαράτοφ κήρυξε αποφασιστικό αγώνα ενάντια στην πολιτική της Προσωρινής Κυβέρνησης. Την ίδια μέρα, το Σοβιέτ του κυβερνείου του Βλαντίμιρ αποφάσισε ότι θεωρεί την Προσωρινή Κυβέρνηση και όλα τα κόμματα που την υποστηρίζουν προδοτικά απέναντι στην υπόθεση της επανάστασης, και υποχρέωσε όλα τα Σοβιέτ του κυβερνείου Βλαντίμιρ και το κέντρο τους - την Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ του κυβερνείου - να αγωνίζονται αποφασιστικά κατά της Προσωρινής Κυβέρνησης. Στις 16-24 του Οκτώβρη, συνήλθε το πρώτο πανσιβηρικό συνέδριο των Σοβιέτ στο Ιρκούτσκ, που ανάγγειλε το πέρασμα της εξουσίας στα Σοβιέτ και εξέλεξε Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ Σιβηρίας (Τσεντροσιμπίρ). Στις 18 του Οκτώβρη, το περιφερειακό συνέδριο των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών πήρε απόφαση στο Κίεβο για την παράδοση της εξουσίας στα Σοβιέτ. Στις 19 του Οκτώβρη, στη Μόσχα, η περιφερειακή εκτελεστική επιτροπή των Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών και αγροτών βουλευτών πήρε απόφαση για την παράδοση της γης στις αγροτικές επιτροπές γης, την άμεση διάλυση της κυβέρνησης Κέρενσκι, και για το πέρασμα της εξουσίας στα Σοβιέτ.
Το πρωί στις 24 του Οκτώβρη, άρχισε η επεξεργασία της ημερήσιας διάταξης και των βασικών ντοκουμέντων του 2ου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ, που θα άνοιγε στις 25 του Οκτώβρη. Αποφασίστηκε να ανατεθεί η προετοιμασία των ντοκουμέντων για το ζήτημα της γης, του πολέμου και της εξουσίας στον Λένιν, του εργατικού ελέγχου στον Μιλιούτιν και του εθνικού ζητήματος στον Στάλιν.
Στις 24 του Οκτώβρη, η εφημερίδα «Ραμπότσι Πουτ» περιείχε την έκκληση για ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης και εγκαθίδρυση της εξουσίας των Σοβιέτ.
Την ίδια μέρα, στη συνεδρίαση της Επιτροπής πρωτεύουσας του κόμματος των μπολσεβίκων με τη συμμετοχή του κομματικού αχτίφ της πόλης, συζητήθηκε το ζήτημα για την «τρέχουσα στιγμή σε σχέση με την πολιτική της Προσωρινής Κυβέρνησης τις τελευταίες μέρες». Η απόφαση ανέφερε: «Η Επιτροπή Πετρούπολης θεωρεί απαραίτητο καθήκον όλων των δυνάμεων της επανάστασης την άμεση ανατροπή της κυβέρνησης, και την παράδοση της εξουσίας στα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών τόσο στο κέντρο, όσο και τοπικά. Για την εκπλήρωση του καθήκοντος αυτού, η Επιτροπή Πετρούπολης έχει τη γνώμη ότι πρέπει απαραίτητα, χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση, να περάσουμε στην επίθεση με όλη την οργανωμένη δύναμη της επανάστασης...».
Στη 1 η ώρα μετά το μεσημέρι ο Κέρενσκι, μιλώντας στο ανάκτορο της αυτοκράτειρας Μαρίας, στη συνεδρίαση του Προκοινοβουλίου, δήλωσε ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να καταπνίξει την εξέγερση στην Πετρούπολη. «Η Προσωρινή Κυβέρνηση και εγώ», είπε ο πρωθυπουργός επιδεικτικά, «προτιμούμε να σκοτωθούμε και να αφανιστούμε, αλλά δεν θα προδώσουμε τη ζωή, την τιμή και την ανεξαρτησία του κράτους!» Οι καντέτοι και οι μενσεβίκοι, οι τρουντοβίκοι και οι δεξιοί εσέροι υποδέχτηκαν τα λόγια αυτά όρθιοι και με ζωηρά χειροκροτήματα. Το κίνημα, όμως, των μαζών αναπτυσσόταν και δυνάμωνε.
Τα ζητήματα της ένοπλης εξέγερσης συζητήθηκαν στις αχτιδικές κομματικές συνελεύσεις των μπολσεβίκων. Ανάμεσα σε μερικά μέλη της ΚΕ εμφανίστηκαν ταλαντεύσεις. Συγκεκριμένα, ο Τρότσκι, πρόεδρος του Σοβιέτ της Πετρούπολης τις μέρες εκείνες, δήλωσε, στις 24 του Οκτώβρη ότι η σύλληψη της Προσωρινής Κυβέρνησης δεν είναι στην ημερήσια διάταξη, ενώ το ζήτημα για την εξουσία θα αποφασιστεί στο συνέδριο των Σοβιέτ, που συνέρχεται στις 25 του Οκτώβρη.
Το βράδυ στις 24 Οκτώβρη, ο Λένιν έστειλε ξανά την Φοφάνοβα στην Επιτροπή του Βίμποργκ με «Γράμμα προς τα μέλη της ΚΕ».
Ας δούμε το Γράμμα.
«24 του Οκτώβρη 1917
Σύντροφοι!
Γράφω αυτές τις γραμμές στις 24 το βράδυ. Η κατάσταση είναι εξαιρετικά κρίσιμη. Είναι ολοκάθαρο ότι πραγματικά τώρα πια κάθε καθυστέρηση της εξέγερσης ισοδυναμεί με θάνατο.
Με όλες μου τις δυνάμεις θέλω να πείσω τους συντρόφους ότι τώρα όλα κρέμονται από μια τρίχα, ότι στην ημερήσια διάταξη μπαίνουν ζητήματα που δε λύνονται με συσκέψεις, ούτε με συνέδρια (έστω και με συνέδρια των Σοβιέτ), αλλά αποκλειστικά από τους λαούς, από την πάλη των οπλισμένων μαζών.
Η πίεση των κορνιλοφικών προς το συμφέρον των αστών, η απομάκρυνση του Βερχόβσκι δείχνει πως δεν επιτρέπεται να περιμένουμε. Πρέπει με κάθε θυσία, σήμερα το βράδυ, απόψε τη νύχτα, να συλλάβουμε την κυβέρνηση, αφού οπλίσουμε (αφού νικήσουμε, αν προβάλλουν αντίσταση) τους ευέλπιδες κ.τ.λ.
Δεν πρέπει να περιμένουμε!! Μπορεί να τα χάσουμε όλα!!
Το κέρδος από την άμεση κατάληψη της εξουσίας είναι ότι υπερασπίζουμε το λαό (όχι το συνέδριο, μα το λαό, πρώτ' απ' όλα το στρατό και τους αγρότες) από την κορνιλοφική κυβέρνηση που έδιωξε τον Βερχόβσκι και οργάνωσε δεύτερη κορνιλοφική συνωμοσία.
Ποιος πρέπει να πάρει την εξουσία;
Αυτό δεν έχει τώρα σημασία: ας την πάρει η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή "ή ένα άλλο όργανο" που θα δηλώσει ότι θα παραδώσει την εξουσία μονάχα στους πραγματικούς εκπροσώπους των συμφερόντων του λαού, των συμφερόντων του στρατού (άμεση πρόταση ειρήνης), των συμφερόντων των αγροτών (η γη πρέπει να παρθεί αμέσως, να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία), των συμφερόντων των πεινασμένων.
Πρέπει να κινητοποιηθούν τώρα αμέσως όλες οι συνοικίες, όλα τα συντάγματα, όλες οι δυνάμεις και να στείλουν αμέσως αντιπροσωπείες στη Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή, στην ΚΕ των μπολσεβίκων, ζητώντας επιτακτικά: σε καμιά περίπτωση, οπωσδήποτε να μην αφήσουμε ως τις 25 του μήνα την εξουσία στα χέρια του Κέρενσκι και συντροφιάς. Η υπόθεση πρέπει να κριθεί το δίχως άλλο σήμερα το βράδυ ή τη νύχτα.
Η ιστορία δεν θα συγχωρήσει την καθυστέρηση στους επαναστάτες που θα μπορούσαν να νικήσουν σήμερα (και σίγουρα θα νικήσουν σήμερα), αλλά που θα κινδύνευαν να χάσουν πολλά αύριο, θα κινδύνευαν να τα χάσουν όλα.
Παίρνοντας την εξουσία σήμερα, την παίρνουμε όχι ενάντια στα Σοβιέτ, αλλά για τα Σοβιέτ.
Η κατάληψη της εξουσίας είναι έργο της εξέγερσης. Ο πολιτικός σκοπός της θα διευκρινιστεί ύστερα από την κατάληψη της εξουσίας.
Θα ήταν καταστροφή ή προσκόλληση στους τύπους να περιμένουμε την επισφαλή ψηφοφορία της 25 του Οκτώβρη, ο λαός έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να λύνει παρόμοια ζητήματα όχι με ψηφοφορίες, αλλά με τη βία, ο λαός έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση στις κρίσιμες στιγμές της επανάστασης να κατευθύνει τους εκπροσώπους του, ακόμη και τους καλύτερους εκπροσώπους του, κι όχι να τους περιμένει.
Αυτό το απόδειξε η ιστορία όλων των επαναστάσεων, και οι επαναστάτες θα έκαναν το μεγαλύτερο έγκλημα αν άφηναν να τους ξεφύγει η στιγμή, ενώ ξέρουν πως απ' αυτούς εξαρτάται η σωτηρία της επανάστασης, η πρόταση ειρήνης, η σωτηρία της Πετρούπολης, η σωτηρία από την πείνα, η μεταβίβαση της γης στους αγρότες.
Η κυβέρνηση κλονίζεται. Πρέπει να την αποτελειώσουμε με κάθε θυσία!
Η καθυστέρηση της δράσης ισοδυναμεί με θάνατο».
Η ΚΕ του Κόμματος δίνει εντολή σε συνεργάτρια της γραμματείας να αναζητήσει την Κρούπσκαγια και μέσω αυτής να παραγγείλει στον Λένιν να 'ρθει στο Σμόλνι. Ομως ο Λένιν δεν βρισκόταν πια στο παράνομο διαμέρισμα. Εφυγε με δική του πρωτοβουλία για το Σμόλνι.
Το πρωί της 25 του Οκτώβρη, στα χέρια των εξεγερμένων βρισκόταν, ήδη, σχεδόν ολόκληρη η Πετρούπολη. Ο Λένιν, στις 10 η ώρα το πρωί, γράφει εξ ονόματος της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής, (σ.σ.το επιτελείο του Σοβιέτ για την εξέγερση) την έκκληση «Προς τους πολίτες της Ρωσίας!» με την οποία έκανε γνωστό το πέρασμα της κρατικής εξουσίας στα χέρια ενός οργάνου του Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών της Πετρούπολης, στα χέρια της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής, που βρισκόταν επικεφαλής του προλεταριάτου και της φρουράς της Πετρούπολης.
Στις 14.35' η ώρα, στην αίθουσα συνεδριάσεων του Σμόλνι, συνήλθε σε έκτακτη συνεδρίαση το Σοβιέτ της Πετρούπολης. Εκεί ο Λένιν διεκήρυξε: «Η εργατοαγροτική επανάσταση, για την αναγκαιότητα της οποίας μιλούσαν συνεχώς οι μπολσεβίκοι, πραγματοποιήθηκε». Στην εισήγησή του για τα καθήκοντα της Σοβιετικής Εξουσίας, ο Λένιν είπε: «Τώρα μάθαμε να δουλεύουμε ενωμένοι. Αυτό μαρτυρεί η επανάσταση που έγινε πριν από λίγο. Εχουμε τη δύναμη εκείνη της μαζικής οργάνωσης που θα νικήσει τα πάντα, και θα οδηγήσει το προλεταριάτο ως την παγκόσμια επανάσταση».
Το βράδυ στις 11 παρά είκοσι, άρχισε στο Σμόλνι τις εργασίες του το 2ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών. Κατά την έναρξη των εργασιών του Συνεδρίου ήταν παρόντες 649 αντιπρόσωποι, από τους οποίους 390 μπολσεβίκοι, 160 εσέροι, 72 μενσεβίκοι, κ.λπ. Οι μενσεβίκοι, οι δεξιοί εσέροι και οι άλλοι συμβιβασμένοι, όταν πείστηκαν ότι η πλειοψηφία των συνέδρων ήταν με το μέρος των μπολσεβίκων, εγκατέλειψαν επιδεικτικά τη συνεδρίαση.
Στη διάρκεια των εργασιών του Συνεδρίου τα Χειμερινά Ανάκτορα καταλήφθηκαν με έφοδο. Ετσι η Προσωρινή Κυβέρνηση δεν υπάρχει πια.
Από την πλευρά της ομάδας των μπολσεβίκων, ο Ανατόλι Λουνατσάρσκι διάβασε το γραμμένο από τον Λένιν διάγγελμα «Προς τους εργάτες, τους στρατιώτες και τους αγρότες!» με το οποίο διακηρυσσόταν το πέρασμα όλης της εξουσίας στα χέρια των Σοβιέτ, και δινόταν η εντολή να εξασφαλιστεί πραγματική επαναστατική τάξη. Το διάγγελμα τέλειωνε με την έκκληση για επαγρύπνηση και σταθερότητα.
Στις 5 η ώρα το πρωί, σχεδόν ομόφωνα (με 2 κατά και 12 λευκά), το συνέδριο επικύρωσε το ντοκουμέντο αυτό, που σήμαινε ότι το 2ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ παρέλαβε την κρατική εξουσία από τη Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή, και διακήρυξε το πέρασμα όλης της εξουσίας στη χώρα στα χέρια των Σοβιέτ των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών βουλευτών.
Στις 9 το βράδυ της 26 του Οκτώβρη, άρχισε η δεύτερη συνεδρίαση του Συνεδρίου. Εισηγήσεις για δύο βασικά ζητήματα, για την ειρήνη και για τη γη, έκανε ο Λένιν. Στις 11 η ώρα, ψηφίστηκε το Διάταγμα για την ειρήνη, με το οποίο η εργατοαγροτική εξουσία εξέφραζε την αποφασιστικότητά της να υπογράψει αμέσως ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις και επανορθώσεις. Το Διάταγμα θεωρούσε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σαν το μεγαλύτερο έγκλημα ενάντια στην ανθρωπότητα, και καλούσε τους λαούς και το πιο πρωτοπόρο τμήμα τους, την εργατική τάξη, να επέμβουν στην υπόθεση, της πάλης για την ειρήνη στον κόσμο.
Στις 2 η ώρα τη νύχτα της 27 Οκτώβρη, ψηφίστηκε το δεύτερο ιστορικό ντοκουμέντο, που εξέφραζε τους πόθους και τα συμφέροντα εκατομμυρίων αγροτών, το Διάταγμα που καταργούσε την ατομική ιδιοκτησία στη γη. Η γη κηρυσσόταν παλλαϊκή περιουσία.
Το Συνέδριο σχημάτισε εργατοαγροτική κυβέρνηση, το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων. Οι αριστεροί εσέροι, που υποστήριζαν στο Συνέδριο τους μπολσεβίκους, αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στη σοβιετική κυβέρνηση, έτσι που η πρώτη της σύνθεση ήταν καθαρά μπολσεβίκικη. Πρόεδρος του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων έγινε ο Βλαντίμιρ Ουλιάνοφ - Λένιν. Στο Συμβούλιο μπήκαν οι λαϊκοί επίτροποι: Εσωτερικών Αλεξέι Ρίκοφ, Γεωργίας Βλαντίμιρ Μιλιούτιν, Εργασίας Αλεξάντρ Σλιάμπινοφ, Εμπορίου και Βιομηχανίας Βίκτορ Νογκίν, Λαϊκής Παιδείας Ανατόλ Λουνατσάρσκι, Εξωτερικών Λεφ Τρότσκι, Δικαιοσύνης Νικολάι Γκλέμποφ - Αβίλοφ, Εθνικοτήτων Ιωσήφ Στάλιν, Στρατιωτικο-ναυτικών Υποθέσεων επιτροπή από τους Βλαντίμιρ Αντόνοφ - Οφσεγιένκο, Νικολάι Κριλένκο και Πάβελ Ντιμπένκο.
Μετά, έγινε η εκλογή της νέας Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής, σύμφωνα με τον «Κανονισμό», που είχε ψηφιστεί στο 1ο Συνέδριο των Σοβιέτ.
Γύρω στις 6 το πρωί της 27 του Οκτώβρη, το 2ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ έκλεισε τις εργασίες του. Σε διάρκεια δύο ημερών, είχε εκπληρώσει ένα ιστορικά σπουδαίο έργο: εδραίωσε τη νίκη της ένοπλης εξέγερσης, διακήρυξε την Εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, βάζοντας την αρχή του μετασχηματισμού των Σοβιέτ σε σύστημα οργάνων της κρατικής εξουσίας.

πηγή ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

ΣΥΡΙΑ Προς ανακατατάξεις σε διάφορα «συμμαχικά» επίπεδα


Τουρκικός στρατός στη μεθόριο με τη Συρία
Σειρά ανακατατάξεων, που μπορεί να οδηγήσουν και στη διαμόρφωση νέων «συμμαχιών», φαίνεται ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μεταξύ εκείνων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που έχουν συνταχθεί με τους αντικαθεστωτικούς. Οι ανακατατάξεις αυτές λίγο - πολύ είχαν προδιαγραφεί, τις τελευταίες βδομάδες, από την έντονη κινητικότητα που χαρακτήριζε τους κόλπους των αντικαθεστωτικών δυνάμεων.Και επιβεβαιώθηκαν από τις πρόσφατες δηλώσεις της Αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, που ανοιχτά υποστήριξε ότι θα πρέπει «η συριακή αντιπολίτευση να γίνει πιο αντιπροσωπευτική, για να αντιμετωπίσει και τον κίνδυνο των εξτρεμιστών ισλαμιστών». Η Κλίντον άφησε να εννοηθεί ότι το «Εθνικό Συριακό Συμβούλιο», που στήθηκε μετά από πολύμηνες τουρκικές προσπάθειες με κορμό τους ισλαμιστές «Αδελφούς Μουσουλμάνους», δεν εκπροσωπεί την πλειοψηφία των ενόπλων οργανώσεων που δρουν εντός Συρίας και κατέστησε σαφές ότι οι ΗΠΑ θα προωθήσουν «νέες οργανώσεις και πρόσωπα», προκειμένου να συμμετάσχουν στη λεγόμενη «πολιτική ηγεσία» των αντικαθεστωτικών, με τρόπο τέτοιο που να εκφράζονται σε αυτήν όλες οι θρησκευτικές και εθνοτικές κοινότητες της χώρας.
Οι δηλώσεις Κλίντον, και μάλιστα 24ωρα πριν από άλλη μια συνάντηση αντικαθεστωτικών στην Ντόχα του Κατάρ όπου έχει προγραμματιστεί να εκλεγεί νέα ηγεσία του «Εθνικού Συριακού Συμβουλίου», πυροδότησαν έντονες αντιδράσεις από εκπροσώπους του. Ο επικεφαλής του, κουρδικής καταγωγής, Αμπντελμπασέτ Σεϊντά, κατηγόρησε την Κλίντον ότι προσπαθεί να μεταθέσει στους αντικαθεστωτικούς την «ευθύνη που έχει η διεθνής κοινότητα για το χάος που επικρατεί στη Συρία, εξαιτίας της απουσίας της και θρέφει τον εξτρεμισμό». Σκληρότερη γλώσσα χρησιμοποίησε ο εκπρόσωπος των Σύρων «Αδελφών Μουσουλμάνων», Ζουχάιρ Σάλεμ, ο οποίος «ανακάλυψε» προφανώς τώρα ότι «οι ΗΠΑ προσπαθούν να υπαγορεύσουν στους Σύρους αντικαθεστωτικούς τι πρέπει να κάνουν και να τους φτιάξουν κοστούμι».
«Αγκάθι» οι μισθοφόροι εξτρεμιστές
Εδώ και βδομάδες στους κόλπους των αντικαθεστωτικών ενόπλων δυνάμεων επικρατεί κινητικότητα. Το πρώτο σαφές δείγμα ήταν η κίνηση των εξτρεμιστικών ισλαμιστικών οργανώσεων να ανακοινώσουν ότι ενώνουν τις δυνάμεις τους υπό ένα κοινό μέτωπο συντονισμού και διοίκησης. Η δράση των οργανώσεων αυτών, στο συριακό έδαφος πλέον, είναι κοινός τόπος ακόμη και για τα κυρίαρχα ειδησεογραφικά δίκτυα, όπως είναι το BBC και το «Reuters», τα οποία ολοένα και περισσότερο θίγουν τη δυνατότητά τους να κυριαρχήσουν επί των άλλων ενόπλων οργανώσεων λόγω της εμπειρίας και της πειθαρχίας των μισθοφόρων τους.
Τα ακραία αυτά μορφώματα, που ελάχιστη σύνδεση έχουν με την ίδια τη συριακή κοινωνία, λαμβάνουν εξοπλισμό, χρήματα, επιμελητεία μέσα από δίκτυα που ελέγχουν κατά κύριο λόγο οι πετρελαιομοναρχίες του Κόλπου. Η ολοένα πιο εκτεταμένη και ισχυρή παρουσία τους, καθώς και η απόφασή τους για συντονισμό, έδωσαν σε πολλούς την εντύπωση ότι ως ένα βαθμό επιδιώκουν να υπερκεράσουν τις ομάδες εκείνες των αντικαθεστωτικών που είτε εκφράζονται μέσα από το λεγόμενο Ελεύθερο Συριακό Στρατό, είτε από τα λεγόμενα Τοπικά Συντονιστικά Συμβούλια, δυνάμεις, που με τη σειρά τους, δεν εκπροσωπούνται επαρκώς στο Εθνικό Συριακό Συμβούλιο, παρά το γεγονός ότι το τελευταίο έχει, με δηλώσεις του, αποπειραθεί να «υιοθετήσει» ιδιαίτερα τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό ως «ένοπλο σκέλος» του.
Απόπειρα ξεχωριστής διείσδυσης από το Παρίσι
Το πεδίο επιρροής του στους αντικαθεστωτικούς προσπαθεί ξεκάθαρα να σταθεροποιήσει και να διευρύνει, με ολοένα δυναμικότερο τρόπο, και ο γαλλικός ιμπεριαλισμός. Στα μέσα του περασμένου μήνα, το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε τα «πολιτικά διοικητικά συμβούλια που εκλέχτηκαν» σε περιοχές κυρίως της βόρειας Συρίας, όπου εδώ και μήνες βρίσκονται εκτός του ελέγχου της Δαμασκού, τα οποία ανέλαβαν, κατά τις επίσημες ανακοινώσεις πάντα, την αντιμετώπιση των καθημερινών ζητημάτων στις περιοχές αυτές: δηλαδή τη λειτουργία σχολείων, νοσοκομείων, τη χορήγηση τροφίμων, φαρμάκων κ.λπ.
Πώς προέκυψαν τα συμβούλια αυτά, τι είδους εκλογές έγιναν και πώς «διοικούν» τις περιοχές αυτές, όπως επίσης, και το αν έχουν ή όχι ένοπλα σκέλη δεν έχει αποσαφηνιστεί. Είναι, όμως, σαφές ότι με τις πρωτοβουλίες αυτές ο γαλλικός ιμπεριαλισμός αποπειράται να αποκτήσει έρεισμα ξεχωριστό και διακριτό στους κόλπους των συριακών αντικαθεστωτικών, προκειμένου να αποκτήσει μεγαλύτερο λόγο όχι μόνο στην όποια «επόμενη μέρα» στη Συρία - κάτι που δεν κατάφερε απαραίτητα να κάνει στη Λιβύη παρά το ότι αποπειράθηκε να θέσει εαυτόν στην πρώτη θέση της ιμπεριαλιστικής επέμβασης - αλλά και πιο βαρύνουσα άποψη εντός και των κόλπων ακόμη και των, στην παρούσα φάση, «φίλιων» ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Η «στροφή» της Ουάσιγκτον
Η δήλωση της Χίλαρι Κλίντον, πάντως, δεν ήρθε ως «κεραυνός εν αιθρία». Η δυσφορία των ΗΠΑ, και άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, για την αδυναμία των συριακών αντικαθεστωτικών να σχηματίσουν ένα «ενιαίο μέτωπο» το οποίο, προφανώς, θα διευκόλυνε την προώθηση των σχεδιασμών τους για την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, με όχημα τις εξελίξεις στη Συρία, αφού, εκτός της επίλυσης σειράς πρακτικών ζητημάτων, θα ήταν και πολύ πιο ελεγχόμενο, έχει διατυπωθεί πολλάκις. Οπως αποδεικνύεται μέρα με τη μέρα οι αντικαθεστωτικές οργανώσεις στη Συρία έχουν διαφορετικά κίνητρα και στόχους η καθεμία.
Στη δυστοκία αυτή έρχεται, τους τελευταίους μήνες, να προστεθεί η εντεινόμενη δράση των εξτρεμιστών ισλαμιστών μισθοφόρων - τζιχαντιστών - οι οποίοι θεωρούνται από πολλούς η κύρια δύναμη που συγκρούεται με τις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις. Η παρουσία τους, αν και στο στρατιωτικό επίπεδο αποδεικνύεται κρίσιμης σημασίας, προκαλεί πονοκέφαλο σε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, όπως οι ΗΠΑ ή η Γαλλία που θέλουν να αποφύγουν το ενδεχόμενο να ελέγχουν τέτοιες δυνάμεις την «επόμενη μέρα» στη Συρία, καθώς με δεδομένη τη στρατιωτική τους υπεροχή θα έχουν και αυξημένο «λόγο» στα τεκταινόμενα, θέτοντας επί τάπητος τα δικά τους σχέδια τόσο για τη Συρία όσο και για την ευρύτερη περιοχή. Και για την ακρίβεια όχι απαραίτητα τα δικά τους σχέδια αλλά εκείνων που τις χρηματοδοτούν και που εντάσσονται στο ευρύτερο αντι-Ασαντ «στρατόπεδο», αλλά αυτό δε σημαίνει ότι μοιράζονται και τις ίδιες φιλοδοξίες με τους υπόλοιπους συμμετέχοντες.
Στις εξελίξεις αυτές χαμηλούς τόνους, προς το παρόν, διατηρεί η Τουρκία, η οποία αν και αποτέλεσε τον οργανωτή, εμπνευστή και υποστηρικτή του «Εθνικού Συριακού Συμβουλίου», ενώ παρείχε το έδαφός της ως ορμητήριο και καταφύγιο στους αντικαθεστωτικούς ενόπλους, έχει αρχίσει να συναισθάνεται τις συνέπειες της ενεργότατης αυτής εμπλοκής μέσα από τους δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες, τους τζιχαντιστές που παρεισφρέουν στο έδαφός της, την αναθέρμανση της δράσης των Κούρδων του ΡΚΚ. Ετσι, παρά την απροκάλυπτη «υπόσκαψη» του δημιουργήματός της - Συμβούλιο - από τις δηλώσεις Κλίντον, η Αγκυρα απέφυγε, αρχικώς, να αντιδράσει.
Αντίθετα, η Μόσχα έσπευσε να επαναλάβει τις καταγγελίες ότι οι ΗΠΑ «δίνουν εντολές» για το πώς πρέπει να εξελιχθούν τα πράγματα, υποσκάπτοντας κάθε προσπάθεια πολιτικής λύσης. Η ρωσική ηγεσία, από τις αρχές της βδομάδας, είχε επιρρίψει την ευθύνη για την κατάρρευση της ολιγοήμερης εκεχειρίας που είχε προτείνει ο Μπραχίμι «στις δυνάμεις εκείνες που στηρίζουν τους αντικαθεστωτικούς, αλλά δεν άσκησαν την επιρροή τους για σεβασμό της κατάπαυσης πυρός». Είναι μάλλον προφανές ότι αρχίζει ένας νέος κύκλος κλιμάκωσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων με αιχμή τη Συρία και στόχο ολόκληρη την περιοχή, ο οποίος θα εκδηλωθεί και διπλωματικά, με αφορμή την κινεζική πρόταση για «σταδιακή ανά περιοχή εκεχειρία» και φαίνεται πολύ πιθανό να χαρακτηριστεί από όξυνση των διαγκωνισμών και μεταξύ «φίλιων δυνάμεων».

Ελένη ΜΑΥΡΟΥΛΗ